Χιλή 1970-73: Η λαϊκή ενότητα ενάντια στον ταξικό πόλεμο

Επιλέξαμε να παρουσιάσουμε σήμερα την μπροσούρα Ραντεβού με τον Ζ. Χιλή 1970-73: Η λαϊκή ενότητα ενάντια στον ταξικό πόλεμο και να διατυπώσουμε ορισμένες πρώτες παρατηρήσεις για την ακόμα συνεχιζόμενη προλεταριακή εξέγερση στη Χιλή γιατί η ανάλυση και η κριτική των ζητημάτων, των αντιφάσεων και των ορίων που αναδύθηκαν μέσα σε αυτά τα κινήματα μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε και να ξεπεράσουμε τις αντιφάσεις και τα όρια που αντιμετωπίζουμε στο ταξικό ανταγωνιστικό κίνημα στην Ελλάδα. [*]
Θα ξεκινήσουμε από την μπροσούρα με την παρατήρηση ότι οι περισσότεροι που μιλούν για την περίοδο 1970-73 στη Χιλή αναφέρονται στον Αλιέντε και την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Αντίθετα, θεωρούμε ότι η μπροσούρα που εκδώσαμε αναδεικνύει το τι πραγματικά έκαναν οι προλετάριοι στη Χιλή, ποια ήταν η πραγματική εμπειρία του προλεταριακού κινήματος: καταλήψεις εργοστασίων, καταλήψεις γης, διανομή των προϊόντων που παρήγαγαν οι εργάτες στις κατειλημμένες επιχειρήσεις και τα αγροκτήματα στις γειτονιές από προλεταριακές συλλογικότητες, συχνά χωρίς τη διαμεσολάβηση του χρήματος, ένοπλες περιφρουρήσεις των αγώνων. Πρόκειται για μια πραγματική αποκάλυψη: ένα ταξικό κίνημα που έκανε τα πρώτα βήματα για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας και τη δημιουργία νέων κομμουνιστικών κοινωνικών σχέσεων παραγωγής και αναπαραγωγής.
Αντίθετα, με ό,τι συνήθως λέγεται, το προλεταριακό κίνημα δεν ταυτίζεται πάντα με όσους επιδιώκουν να το εκπροσωπήσουν πολιτικά, υπάρχει συχνά ένα χάσμα ανάμεσα στις από τα κάτω προλεταριακές πρακτικές και περιεχόμενα και στις πολιτικές ή συνδικαλιστικές μορφές εκπροσώπησης. Θεωρούμε εξαιρετικά σημαντική την ανάδειξη αυτών των στιγμών.
Τι ήταν όμως αυτό που κράτησε πίσω αυτό το κίνημα; Ποια ήταν τα όριά του; Η μπροσούρα επιχειρεί να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα μέσα από μια κριτική θεώρηση της ιστορίας αυτού κινήματος αναδεικνύοντας, από τη μια μεριά, τον αντεπαναστατικό ρόλο της Λαϊκής Ενότητας, που εκείνη την περίοδο είχε στα χέρια του την κυβερνητική εξουσία, υπονομεύοντας συστηματικά, αφοπλίζοντας και καταστέλλοντας τις πιο ριζοσπαστικές πρακτικές του κινήματος και, από την άλλη μεριά, τις αυταπάτες πολλών χιλιανών προλετάριων που έβλεπαν την κυβέρνηση του Αλιέντε ως δική τους κυβέρνηση, μένοντας προσκολλημένοι στη λεγκαλιστική ιδεολογία της «ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό» και σε μια εθνική-λαϊκίστική αντίληψη για την κοινωνική αλλαγή..
Θα προσπαθήσουμε στην εισήγηση να συνοψίσουμε τις απαντήσεις που δίνει η μπροσούρα στα παραπάνω ερωτήματα μέσα από την εξιστόρηση των ίδιων των γεγονότων.
Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στη Χιλή μέχρι την εκλογή του Αλιέντε
Καταρχάς πρέπει να γνωρίζουμε πως οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες στη Χιλή τη δεκαετία του 1960 ήταν απολύτως καταστροφικές. Το εξωτερικό χρέος συσσωρευόταν, πολλοί τομείς της οικονομίας λειτουργούσαν με παρωχημένες μεθόδους, οι αγρότες ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχιας ενώ ένα μεγάλο ποσοστό των οικογενειών δεν είχε πρόσβαση σε τρεχούμενο νερό και ηλεκτρισμό.
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, η προλεταριακή εξέγερση ζυμώνεται σε πολλά κοινωνικά πεδία. Σε αυτό το πλαίσιο εδραιώνεται σταδιακά το κίνημα των «tomas», δηλαδή των συλλογικών καταλήψεων ιδιωτικής γης. Κατά τη μαζική εσωτερική μετανάστευση των αγροτών τη δεκαετία του ‘60, αυτή η πρακτική θα εισαχθεί και στην πόλη. Οι φτωχές συνοικίες γεμίζουν με χιλιάδες οικογένειες αστέγων: μέσα σε μια νύχτα οι παραγκουπόλεις φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Στις παραγκουπόλεις εμφανίζεται μια νέα μορφή προλεταριακής οργάνωσης, τα campamentos, δηλαδή οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών που οργανώνονται σε συλλογικό επίπεδο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, οι εργατικοί αγώνες εντείνονται. Το ποσοστό των παράνομων απεργιών αυξάνεται ραγδαία καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, μέχρι που φτάνει το 90% των απεργιακών κινητοποιήσεων το 1969!
Ο κεντροδεξιός χριστιανοδημοκράτης Εδουάρδο Φρέι που εκλέγεται το 1964 στην ουσία θα προηγηθεί της κοινωνικής πολιτικής του Αλιέντε. Ο Φρέι εφαρμόζει ένα ιδιότυπο χιλιανό μοντέλο κεϋνσιανισμού για να κατευνάσει την τεταμένη κοινωνική κατάσταση. Πρόκειται για μια πολιτική που κρίνεται αναγκαία από τη μεγαλύτερη μερίδα της αστικής τάξης. Μόλις ανεβαίνει στην εξουσία προωθεί τη σταδιακή φιλελευθεροποίηση του συνδικαλιστικού νόμου, τη δημιουργία συνεταιρισμών και δομών κοινωνικής αλληλεγγύης, τη θεσμοθέτηση τοπικών οργανώσεων όπως οι «συνελεύσεις γειτονιάς» ή τα «κέντρα για μητέρες». Παρόλο που ο Φρέι δημιούργησε αυτές τις οργανώσεις ως κορπορατιστικό βραχίονα της πολιτικής του, αυτά τελικά λειτούργησαν ως πόλοι προλεταριακής συσπείρωσης και αγώνα, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια. Στην ύπαιθρο εισάγει μια αγροτική μεταρρύθμιση που έχει ως στόχο τόσο να εξασθενίσει τη δύναμη των λατιφούντιων όσο και να περιορίσει και να καταστείλει τις συλλογικές καταλήψεις γης. Επιπλέον, ο Φρέι ξεκινάει την εθνικοποίηση των μεταλλωρυχείων.
Παρόλα αυτά, η επιχείρηση ενσωμάτωσης των προλεταριακών αγώνων από το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα θα αποτύχει. Το κύμα κοινωνικών αγώνων δεν κοπάζει καθόλου κατά τη διάρκεια της θητείας του Φρέι! Ταυτόχρονα, οι οικονομικές συνθήκες στη Χιλή χειροτερεύουν. Το πρόγραμμα εθνικοποίησης των μεταλλωρυχείων οδηγεί σε σημαντική αύξηση του εξωτερικού χρέους. Το 1967, το 71,2% του πληθυσμού ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Το κόστος ζωής αυξάνεται ραγδαία… Εν ολίγοις, επικρατεί δυσαρέσκεια ανάμεσα στους χιλιανούς προλετάριους και ο Αλιέντε θα ενσωματώσει αυτή τη δυσαρέσκεια με την εκλογή του στη θέση του προέδρου της Χιλής το 1970.
Το πολιτικό πλάνο του Αλιέντε
Πρέπει να σημειώσουμε ότι, σε αντίθεση με την υπάρχουσα αντίληψη για εκείνον, ο Αλιέντε δεν είναι ο άνθρωπος της ρήξης, της ριζοσπαστικής αλλαγής σε πολιτικό επίπεδο, αλλά, αντιθέτως, συνεχίζει κατά κάποιον τρόπο την πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης.
Μπροστά στην προοπτική της νίκης στις εκλογές λόγω της αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας για την κυβέρνηση του Φρέι, τα κόμματα της αριστεράς ξεπερνούν τις αντιπαλότητές τους και σχηματίζουν τη Λαϊκή Ενότητα στις 17 Δεκεμβρίου του 1969. Η Λαϊκή Ενότητα αποτελεί έναν συνασπισμό μεταξύ του Σοσιαλιστικού, του Κομμουνιστικού και ορισμένων άλλων μικρότερων κομμάτων, με το Κομμουνιστικό Κόμμα να έχει τη μεγαλύτερη δύναμη. Ο Αλιέντε κερδίζει οριακά τις εκλογές το 1970. ‘Ήδη από την εκλογή του, προκειμένου να κερδίσει την έγκριση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος στο Κογκρέσο, κάνει παραχωρήσεις, υπογράφοντας μια συμφωνία γνωστή ως Καταστατικό συνταγματικών εγγυήσεων, τα πιο σημαντικά σημεία του οποίου είναι η αυστηρή δέσμευση ότι δεν θα γίνει παρέμβαση στο καθεστώς της ατομικής ιδιοκτησίας και η εγγύηση ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις θα διατηρήσουν το μονοπώλιο της κρατικής βίας.
Εντούτοις, τα μέτρα που λαμβάνει η κυβέρνηση του Αλιέντε ενέχουν μια σημαντική κοινωνική διάσταση: Πολλές επιχειρήσεις εθνικοποιούνται, η αγροτική μεταρρύθμιση επιταχύνεται, η προγραμματισμένη αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος αποσύρεται, η Κοινωνική Ασφάλιση διευρύνεται προς όλους ενώ ξεκινά κι ένα πρόγραμμα ανέγερσης 120.000 κατοικιών. Οι μισθοί αυξάνονται κατά 35% για τους υπαλλήλους, 70% για τους στρατιωτικούς και τους δημοσίους υπαλλήλους, 100% για τους εργάτες και τους αγρότες. Τίθεται σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα δωρεάν παροχής γάλακτος για τα παιδιά και ανακοινώνεται ένα νομοσχέδιο για τη νομιμοποίηση του διαζυγίου. Τον Νοέμβριο του 1970 απονέμεται αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους και απελευθερώνεται μεγάλος αριθμός αγωνιστών της άκρας αριστεράς. Παρότι σήμερα αυτό το πρόγραμμα μοιάζει εξαιρετικά ριζοσπαστικό, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η πλειοψηφία αυτών των μέτρων αποτελούν συνέχεια της πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης, και επιβλήθηκαν σε μια συγκυρία που απαιτούσε ριζικές μεταρρυθμίσεις: αυτές οι σημαντικές παραχωρήσεις, η δραστική μείωση της αποσπώμενης υπεραξίας και ως εκ τούτου η θεαματική άνοδος του βιοτικού επιπέδου, εκλαμβάνονται ακόμα και από την αστική τάξη σαν ένα αναγκαίο κακό.
Κεντρική συνιστώσα του προγράμματος της Λαϊκής Ενότητας ήταν ο νόμος περί εθνικοποίησης του ορυκτού πλούτου, ο οποίος υιοθετήθηκε ομόφωνα στο Κοινοβούλιο αφού τόσο η δεξιά όσο και η αριστερή πτέρυγα της χιλιανής αστικής τάξης συμφωνούσαν ότι είναι προς το συμφέρον τους να επανενσωματώσουν αυτόν τον θησαυρό στους κόλπους της εθνικής κληρονομιάς, παρά το ρίσκο της σύγκρουσης με τις θιγόμενες αμερικανικές εταιρείες.
Από την άλλη, η αγροτική μεταρρύθμιση του Αλιέντε είναι ίδια με εκείνη του Φρέι, πράγμα που σημαίνει πως μόνο τα κτήματα που ξεπερνούσαν τα 80 εκτάρια μπορούσαν να απαλλοτριωθούν. Έτσι, οι μεγαλοϊδιοκτήτες μπορούσαν να διαιρέσουν τα κτήματά τους για να γλυτώσουν την απαλλοτρίωση, να επιλέξουν ποια εδάφη θα κρατήσουν, να πάρουν όλο τον αγροτικό εξοπλισμό τους, τα ζώα τους κ.λπ. Πρόκειται κατά βάση για ήπιες «απαλλοτριώσεις», καθώς συνοδεύονται από καθόλου ευκαταφρόνητες αποζημιώσεις.
Δεν πρόκειται προφανώς για επίθεση στην ατομική ιδιοκτησία, αλλά για μια πολιτική ενίσχυσης του αγροτικού τομέα μέσω της διάλυσης των, ελάχιστα παραγωγικών, μεγάλων λατιφούντιων, προς όφελος μιας πληθώρας μικρών και ανταγωνιστικών μεταξύ τους μονάδων παραγωγής, είτε ιδιωτών παραγωγών είτε κρατικών συνεταιρισμών. Οι περιστασιακοί και εποχικοί εργάτες, οι εργάτες γης που δούλευαν σε μικρά αγροκτήματα ή ακόμη και οι μικροί αγρότες, η συντριπτική δηλαδή πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού στη Χιλή, βρίσκονται στην πραγματικότητα εκτός αυτής της μεταρρύθμισης.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι παράνομες καταλήψεις γης πολλαπλασιάζονται, παρά την προσπάθεια της κυβέρνησης του Αλιέντε να τις σταματήσει μέσω της αγροτικής μεταρρύθμισης. Έτσι, όταν οι Μαπούτσε οργανώνονται για να ανακαταλάβουν τη γη στην επαρχία Καουτέν, μία υπουργική ανακοίνωση δείχνει τις πραγματικές προθέσεις της κυβέρνησης: «Προκειμένου να αποτραπούν οι παράνομες καταλήψεις, η κυβέρνηση εγγυάται την ψήφιση νομοσχεδίου, μέσω του οποίου θα τιμωρούνται με ποινές καταναγκαστικής εργασίας τα άτομα που συμμετέχουν στην εκτέλεση τέτοιων πράξεων ως καταληψίες, συνεργοί ή υποκινητές».
Πρέπει να πούμε ότι σε κοινωνικό επίπεδο το πρώτο εξάμηνο διακυβέρνησης έχει ανακουφιστικά αποτελέσματα στις καθημερινές δυσκολίες: η αύξηση των τιμών σταματά, η ανεργία πέφτει. Οι δημοτικές εκλογές του Απριλίου του 1971 δίνουν το 50% των ψήφων στη Λαϊκή Ενότητα.
Τα εν λόγω οικονομικά αποτελέσματα δεν διαρκούν όμως όταν ξεσπά η παγκόσμια νομισματική κρίση. Μία από τις συνέπειές της είναι η ιλιγγιώδης πτώση των τιμών των πρώτων υλών, όπως του χαλκού, ο οποίος αντιπροσωπεύει το 80% των εξαγωγών της Χιλής. Η αξία των εξαγωγών μειώνεται ενώ αυξάνεται αυτή των εισαγωγών, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων: αυτή η «ψαλίδα τιμών» διακόπτει βίαια την ανοδική τάση του βιοτικού επιπέδου και οι πραγματικοί μισθοί πέφτουν. Η χώρα μπαίνει σε οικονομική ύφεση.
Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες διακόπτουν κάθε βοήθεια προς τη Χιλή από τη στιγμή που δεν έχει αποζημιώσει τις μεταλλευτικές εταιρείες που εθνικοποιήθηκαν, ενώ το Κοινοβούλιο, στο οποίο κυριαρχεί η αντιπολίτευση, αρνείται να επικυρώσει κάθε πρόσθετη φορολόγηση. Ακολουθεί μια κατακόρυφη πτώση των εσόδων και μια εντυπωσιακή αύξηση των δαπανών. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση προκειμένου να εξασφαλίσει την εφαρμογή των μέτρων που έχει υποσχεθεί, κάνει ό,τι και η πλειοψηφία των χωρών που έχουν πληγεί εκείνη την περίοδο. Τυπώνει χρήμα, γεγονός που αυξάνει τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, η χιλιανή αστική τάξη δεν εγκαταλείπει άμεσα το κεϋνσιανό στοίχημα: δηλαδή την αύξηση της παραγωγικότητας και την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας. Για να κερδίσει όμως αυτό το στοίχημα πρέπει να εξασφαλίσει και τη συμμετοχή των εργατών. Ήδη από το βράδυ της εκλογής του, ο Αλιέντε είχε δηλώσει τα εξής «Θα εργαστούμε περισσότερο, θα παράγουμε περισσότερο, αλλά θα εργαστούμε περισσότερο για τη χιλιανή οικογένεια, για τον λαό και για τη Χιλή». Αυτός ο «αγώνας για την παραγωγή» θα αποτελέσει ένα από τα αγαπημένα θέματα της προπαγάνδας της Λαϊκής Ενότητας στις αφίσες της, οι οποίες παρουσίαζαν τους εργάτες περήφανους για τη σοσιαλιστική πατρίδα τους και πανέτοιμους να δουλέψουν σκληρά για αυτήν.
Τον Δεκέμβριο του 1970 επικυρώθηκε μία συμφωνία ανάμεσα στη Λαϊκή Ενότητα και την Ενιαία Εργατική Ομοσπονδία, που θεσμοθετούσε τον «Τομέα Κοινωνικής Ιδιοκτησίας», έναν δημόσιο τομέα που συγκέντρωνε τις εθνικοποιημένες βιομηχανίες. Η Λαϊκή Ενότητα, προκειμένου να ολοκληρώσει επιτυχώς το σχέδιο των εθνικοποιήσεων χωρίς να αντιμετωπίσει εμπόδια από το, πλειοψηφικά προσκείμενο στην αντιπολίτευση, Κοινοβούλιο, στηρίζεται σ’ έναν παλαιό νόμο, που επιτρέπει την κρατική παρέμβαση σε περίπτωση μεγάλης διαφοράς στη μισθολογική διαπραγμάτευση ή σε περίπτωση κακοδιαχείρισης της επιχείρησης. Οι εργάτες, για να ενταχθεί η επιχείρησή τους στον Τομέα Κοινωνικής Ιδιοκτησίας, δεν θα διστάσουν να προβάλλουν συνειδητά μη-ρεαλιστικές απαιτήσεις, προκειμένου να οδηγήσουν τη διαπραγμάτευση σε αδιέξοδο, γεγονός που κάνει την επιχείρηση να εμπίπτει ακριβώς σ’ αυτόν τον νόμο.
Στην αρχή η Λαϊκή Ενότητα είχε σκοπό να αναλάβει τον έλεγχο της διεύθυνσης των επιχειρήσεων-κλειδιών, του ενεργειακού πλούτου, των εξαγωγών και των τομέων που είναι καθοριστικοί για την εθνική οικονομία. Αυτό σημαίνει ότι μόλις το 10% των επιχειρήσεων θα εθνικοποιούνταν ενώ το υπόλοιπο 90% θα παρέμενε στα χέρια των ιδιωτών. Ωστόσο, δεδομένης της βελτίωσης των άμεσων υλικών συνθηκών που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι των επιχειρήσεων του Τομέα Κοινωνικής Ιδιοκτησίας, οι εργάτες του ιδιωτικού τομέα αρχίζουν να διεκδικούν δυναμικά και σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι είχε προβλεφθεί! Η κυβέρνηση δεν τολμά να έλθει σε σύγκρουση με αυτήν την τεράστια δυναμική και νομιμοποιεί ό,τι είχε αποκτηθεί παράνομα, ώστε φαινομενικά τουλάχιστον να επικρατήσει ο νόμος. Έτσι, στα τέλη του 1972 υπάρχουν 250 κοινωνικοποιημένες επιχειρήσεις έναντι 91 που προέβλεπε ο Αλιέντε έναν χρόνο πριν.
Στον ιδιωτικό τομέα, η κυβέρνηση προσπαθεί να εμπλέξει τους εργαζόμενους στις Επιτροπές Επαγρύπνησης, υπεύθυνες να διατηρούν το υψηλότερο δυνατό επίπεδο παραγωγής και να αγωνίζονται ενάντια στα σαμποτάζ.
Στα πιο μαχητικά εργοστάσια παρατηρήθηκαν και ορισμένες ποιοτικές αλλαγές όσον αφορά την οργάνωση της παραγωγής καθώς και το ξεπέρασμα του ρόλου των Επιτροπών Επαγρύπνησης. Οι εργάτες δεν αρκέστηκαν να κάνουν απλώς την ίδια δουλειά που έκαναν προηγουμένως αλλά πιο γρήγορα, αλλά αποφάσισαν ν’ αλλάξουν τα προϊόντα που παράγουν. Στόχος τους ήταν η αναδιοργάνωση της παραγωγής προς την κατεύθυνση της παραγωγής προϊόντων για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών αντί για προϊόντα πολυτελείας.
Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της πτώσης των πραγματικών μισθών λόγω της κρίσης, η κυβέρνηση του Αλιέντε επιβάλλει πάγωμα των τιμών, ώστε να συσπειρωθούν στη Λαϊκή Ενότητα οι πιο φτωχοί. Αλλά η εφαρμογή αυτού του μέτρου μειώνει παράλληλα τα έσοδα από τις πωλήσεις, γεγονός που καθιστά τα έσοδα για την αυτοχρηματοδότηση των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων εντελώς ανεπαρκή και οδηγεί σε πτώση τα έσοδα των ιδιωτών παραγωγών.
Πολλοί εργάτες αντιλαμβάνονται ότι χωρίς έλεγχο πάνω στην διανομή, οι προσπάθειες τους να ικανοποιήσουν φτηνότερα τις βασικές ανάγκες απλώς οδηγούσαν στην αύξηση των κερδών των βιομηχάνων και των μεσαζόντων, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο κομμάτι της διανομής ελέγχεται από ιδιώτες μεσάζοντες. Καθώς ο νόμος απαγορεύει να πωλούν πολύ ακριβά, οι τελευταίοι δημιουργούν μια σχετική έλλειψη και πωλούν στη μαύρη αγορά. Ως αποτέλεσμα έρχεται η σπάνη: τα ζώα μεταφέρονται λαθραία στο εξωτερικό, το σαπούνι, οι οδοντόκρεμες, η ζάχαρη, το λάδι, το αλεύρι βρίσκονται σε έλλειψη, αλλά οι πιο εύποροι μπορούν να βρουν τα πάντα στη μαύρη αγορά σε τιμές δέκα φορές υψηλότερες από τις κανονικές.
Πολλοί είναι εκείνοι που διακρίνουν σε όλη αυτήν την κατάσταση έλλειψη πολιτικού σθένους και απαιτούν «σιδερένια πυγμή» από την κυβέρνηση ενάντια στους μαυραγορίτες. Έτσι τον Ιούλιο του 1971, ο Υπουργός Οικονομίας Πέδρο Βούσκοβιτς ιδρύει τις Επιτροπές για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών. Καθήκον τους είναι ο έλεγχος των τιμών και η καλή κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Αυτή η πρωτοβουλία είχε επιτυχία: ένα χρόνο αργότερα υπήρχαν 1.000 Επιτροπές στη Χιλή.
Στην πράξη όμως αυτές οι οργανώσεις είχαν περιορισμένες δυνατότητες. Δεν είχαν στα χέρια τους κανένα συγκεκριμένο, επίσημο μέσο πίεσης. Όταν τον Μάρτη του 1972 μία Επιτροπή στο Βαλπαραΐσο παίρνει την πρωτοβουλία να καθιερώσει ένα δελτίο τροφίμων, δηλαδή να εφοδιαστεί ένα τέτοιο μέσο, η δεξιά καταγγέλλει αυτή την κίνηση ως σκανδαλώδη. Τότε η κυβέρνηση κάνει πίσω και αναγκάζει την Επιτροπή να εγκαταλείψει αυτό το σύστημα. Αυτή η πρωτοβουλία ήδη προμηνύει μια τάση η οποία αργότερα θα εξαπλωθεί και θα ενισχυθεί. Καθώς τα πράγματα δυσκολεύουν, οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών θα καταλάβουν τις υπάρχουσες επιτροπές ως σημεία συσπείρωσης των πιο μαχητικών δυνάμεων και στην πράξη θα κινηθούν προς την απελευθέρωση από την κηδεμονία της Λαϊκής Ενότητας.
Πολλοί εργάτες αντιλαμβάνονται ότι δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά τίποτα. Η αντίθεση ανάμεσα στις επιταγές της παραγωγικότητας και σε μία επίμονη αντίσταση στην εργασία συνεχίζει να εκφράζεται. Όπως δήλωνε και η γυναίκα ενός συνδικαλιστικού στελέχους: «ο γενικός κανόνας ήταν ότι όλος ο κόσμος ήθελε να πηγαίνει στις διαδηλώσεις (για να υποστηρίξει την κυβέρνηση), αλλά σε πολλές περιπτώσεις, ο πραγματικός λόγος που πήγαιναν ήταν για να μην δουλέψουν». Πολλοί εργάτες απουσίαζαν συστηματικά από την εργασία ή πήγαιναν ό,τι ώρα ήθελαν δεδομένης της αίσθησής τους ότι είχαν το πάνω χέρι στον κοινωνικό συσχετισμό δύναμης. Η λεγόμενη «μάχη για την παραγωγή» δεν ήταν καθόλου ομόθυμη.
Η συνέχιση της ταξικής πάλης υπό μία αριστερή κυβέρνηση στοιχειώνει τον Αλιέντε, ο οποίος καλούσε πάντα τους εργάτες των εθνικοποιημένων επιχειρήσεων να αναλάβουν τις ευθύνες τους, ζητώντας τους να μην διεκδικούν «υπερβολικές» αυξήσεις μισθών. Στο συνέδριο στο El Arrayan όπου θα συναντηθούν στις αρχές του 1972 τα κόμματα της Λαϊκής Ενότητας για να προσδιορίσουν την πολιτική τους γραμμή, ο «σύντροφος πρόεδρος» θα παραδεχθεί ότι για εκείνον το ρίσκο των «υπέρμετρων» εργατικών διεκδικήσεων αποτελεί την «Αχίλλειο πτέρνα του καθεστώτος».
Οι Βιομηχανικές Ζώνες
Περίπου εκείνη την περίοδο σχηματίζονται οι περίφημες Βιομηχανικές Ζώνες. Οι Ζώνες αντιπροσωπεύουν ένα μειοψηφικό, αλλά εξαιρετικά σημαντικό κίνημα. Η πρώτη Βιομηχανική Ζώνη εμφανίζεται το 1972 στο προάστιο Cerrillos του Σαντιάγο. Το Cerrillos είναι το κεντρικό βιομηχανικό προάστιο του Σαντιάγο, περιλαμβάνοντας 250 επιχειρήσεις στις οποίες εργάζονται 46.000 εργάτες, καθώς και περίπου τριάντα οργανωμένες φτωχογειτονιές (campamentos). Η Zώνη περιλαμβάνει πολλούς σημαντικούς δρόμους για την κυκλοφορία των εμπορευμάτων, έναν δρόμο προς το λιμάνι, σιδηροδρομικές γραμμές-κλειδιά κ.λπ. Ο παραμικρός αποκλεισμός εκεί έχει άμεσες συνέπειες στο Κεφάλαιο. Σε αυτήν τη Zώνη μια ισχυρή παράδοση αγώνα συνδυάζεται με μια ευρύτερη προλεταριακή κοινωνικότητα: πολύ δυνατοί κοινωνικοί δεσμοί διατηρούνταν μέσω γιορτών σε επίπεδο γειτονιάς ή αθλητικών συναντήσεων.
Οι αγώνες που ξεσπούν τις τελευταίες μέρες του Ιουνίου του 1972 σε αυτή τη Ζώνη είναι ιδιαίτερα σημαντικοί. Αντιμέτωπες με τις απορριπτικές αποφάσεις των δικαστηρίων και την κατηγορηματική άρνηση του Υπουργείου Εργασίας, ορισμένες επιχειρήσεις δεν καταφέρνουν να μπουν στον Τομέα Κοινωνικής Ιδιοκτησίας. Τότε οργανώνεται μια συγκέντρωση με σκοπό να τις υποστηρίξει. Οι εργάτες συμμετέχουν πέρα από πολιτικές διαφορές μαζί με εργαζόμενους από άλλες επιχειρήσεις της Ζώνης και με τους κατοίκους των φτωχογειτονιών. Για πολλές ημέρες στήνονται οδοφράγματα μέχρι που ικανοποιούνται τα αιτήματά τους.
Αυτή η εμπειρία θα εξαπλωθεί σε ολόκληρη τη χώρα. Αξίζει να σημειώσουμε ότι ο Εργατικός Κώδικας απαγορεύει τη δημιουργία συνδικάτων σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 25 υπαλλήλους. Ένας τεράστιος αριθμός εργατών δεν μπορεί λοιπόν να έχει συνδικαλιστική δράση μέσω νόμιμων οδών. Αυτή η έντονη ανάγκη για μία νέα οργανωτική συγκρότηση των εργατικών αγώνων, ιδιαίτερα στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, εξηγεί τη δημιουργία πολλών Ζωνών. Πολλές Ζώνες αναπτύσσονται επίσης στην επαρχία, συσπειρώνοντας μερικές φορές τους πιο αποφασισμένους βιομηχανικούς εργάτες, πολιτικούς ακτιβιστές, φοιτητές, αγρότες, τις τοπικές κοινότητες των Μαπούτσε…
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου 30.000 συμμετέχουν στις Ζώνες του Σαντιάγο και ανταποκρίνονται στα καλέσματά τους, ενώ σε εθνικό επίπεδο και σε όλες τις επαρχίες, ο αριθμός αυτός είναι παραπάνω από διπλάσιος. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές μόνο λίγες δεκάδες είναι αυτοί που συμμετέχουν στις συνελεύσεις των Ζωνών και συζητούν τη γραμμή τους. Αυτή η σημαντική αριθμητική διαφορά η οποία δείχνει τον βαθμό κοινωνικής μαχητικότητας εκείνη τη στιγμή, μας δίνει μια εικόνα της περιόδου κατά τη διάρκεια της οποίας οι Ζώνες λειτουργούν τόσο σαν πολιτικά όργανα όσο και σαν επαναστατικοί πόλοι. Οι Ζώνες θα παραμείνουν ως το τέλος αντιφατικά σώματα: θα είναι πεδίο πολιτικού ανταγωνισμού που αναπαράγει σε τοπικό επίπεδο τα αδιέξοδα του δημοκρατικού διαλόγου ανάμεσα σε ειδικούς και τον πλέον αποστειρωμένο παραγοντίστικο συνδικαλισμό και ταυτόχρονα πεδίο συσπείρωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας που δίνει επανειλημμένα τη δυνατότητα για ένα ποιοτικό άλμα στο κίνημα.
Πέραν των Βιομηχανικών Ζωνών, δημιουργήθηκαν και τα λεγόμενα Κοινοτικά Συμβούλια τα οποία αποσκοπούσαν να είναι μεγαλύτερα από τις Ζώνες, περιλαμβάνοντας τους κατοίκους των φτωχογειτονιών και τους χωρικούς. Η διάκριση μεταξύ των Ζωνών και των Συμβουλίων δεν ήταν τόσο ξεκάθαρη: στην πραγματικότητα πολλές Ζώνες, κυρίως στην επαρχία, εξαπλώνονται και στους pobladores ή τους campesinos.
Εν συντομία, χωρίς να υποτιμήσουμε τα προβλήματά τους, αυτές οι μορφές οργάνωσης έρχονται την κατάλληλη στιγμή να λειτουργήσουν ως σημεία συνάντησης προς τα οποία συγκλίνει η ενέργεια του κόσμου, επιτρέποντας μια κάποια ρήξη με την τάση προς τον κορπορατισμό και μια αποτελεσματική οργάνωση που συντονίζει τις πολλαπλές και διαφορετικές κοινωνικές δυνάμεις. Φαίνεται πως ανταποκρίθηκαν στις ανάγκες των χιλιανών προλετάριων και των αγώνων τους, κυρίως τις στιγμές που κορυφώθηκε αυτός ο ταξικός πόλεμος, τον Οκτώβριο του 1972 και τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1973. Η ύπαρξη αυτών των μορφών οργάνωσης ήταν καθοριστική για τη δυναμικότητα της κοινωνικής αντεπίθεσης εκείνης της περιόδου.
Ο Κόκκινος Οκτώβρης
Τον χειμώνα του 1972 (καλοκαίρι για μας) η Λαϊκή Ενότητα υπερφαλαγγίζεται από την ίδια της τη βάση, μέσα από τους αγώνες των Βιομηχανικών Ζωνών, σε τέτοιο βαθμό που τον Ιούνιο του 1972 τα κόμματα που είναι στην εξουσία συγκαλούν μια συνάντηση αντιμετώπισης κρίσεων, τη μυστική σύσκεψη του Λο Κούρο. Στη συνάντηση αυτή αποφασίστηκε να ακολουθηθεί μια πολιτική καθησύχασης της αστικής τάξης να «γίνει μία παύση», ώστε να «εδραιωθεί η συμμαχία με τις μεσαίες τάξεις» και το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα. Αποφασίστηκε να σταματήσει η επέκταση του κρατικοποιημένου τομέα, να ξεπαγώσουν οι τιμές για να αυξηθεί η αυτοχρηματοδότηση των επιχειρήσεων στον Τομέα Κοινωνικής Ιδιοκτησίας και να μπει ένα τέλος στις «παράνομες» καταλήψεις, ενισχύοντας, αν κρίνεται αναγκαίο, την καταστολή.
Η επικράτηση αυτής της γραμμής στο Λο Κούρο θα έχει άμεσες συνέπειες σε επίπεδο καθημερινότητας. Οι τιμές που είχαν απελευθερωθεί, ανεβαίνουν απότομα προς μεγάλη δυσαρέσκεια των φτωχών αλλά και των εμπόρων. Η αντιπολίτευση που είχε αρχικά παραλύσει λόγω των εκλογικών και οικονομικών επιτυχιών της Λαϊκής Ενότητας αρχίζει να συσπειρώνεται ξανά.
Στις 11 Οκτωβρίου του 1972, ο σύλλογος των οδικών μεταφορέων αποφασίζει να ξεκινήσει απεργία διαρκείας. Έχει προηγηθεί η ανακοίνωση της κυβέρνησης ότι σκοπεύει να ιδρύσει μια δημόσια εταιρεία μεταφορών. Ωστόσο, τα αιτήματα των οδικών μεταφορέων δεν περιορίζονταν σε αυτό το πεδίο. Υπό τη σκέπη του Εθνικού Συμβουλίου Συλλογικής Άμυνας που ενοποιούσε τις ενώσεις των εργοδοτών και τα κόμματα της αντιπολίτευσης ζητούσαν την αποκατάσταση της ατομικής ιδιοκτησίας στις επιχειρήσεις, τη συμμετοχή των εταιρειών στα όργανα λήψης αποφάσεων, την αυστηρή καταστολή των εργατικών αγώνων στους χώρους εργασίας και τη διάλυση των Επιτροπών για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών. Στη συγκεκριμένη απεργία συμμετείχαν 30.000 άτομα που είχαν συνολικά στην κατοχή τους 45.000 φορτηγά. Ας λάβουμε υπόψη ότι η Χιλή είναι μια στενή λωρίδα γης και όλες σχεδόν οι μεταφορές των εμπορευμάτων γίνονται με φορτηγά. Ο αποκλεισμός έχει άμεσες συνέπειες στον ανεφοδιασμό όλων των προϊόντων. Αυτή η απεργία έχει όλα τα μέσα για να διαρκέσει, διότι οι χρηματοδοτήσεις της αντιπολίτευσης και των Ηνωμένων Πολιτειών επιτρέπουν την παροχή μισθών στους απεργούς για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται! Οι παραστρατιωτικοί της ακροδεξιάς οργάνωσης «Πατρίδα και Ελευθερία» κάνουν περιπολίες στους δρόμους και επιτίθενται στους εμπόρους ή στους απεργοσπάστες οδηγούς. Κηρύσσεται κατάσταση έκτακτης ανάγκης και η κυβέρνηση προαναγγέλλει τη θέσπιση ενός Νόμου για την Εσωτερική Ασφάλεια που της επιτρέπει να φυλακίσει τους επικεφαλής της κινητοποίησης και να επιτάξει τα φορτηγά. Ως ένδειξη αλληλεγγύης, έμποροι λιανικής, γιατροί, αρχιτέκτονες, δικηγόροι, τραπεζοϋπάλληλοι, ιδιοκτήτες μέσων μαζικής μεταφοράς, εν ολίγοις όλες οι επαγγελματικές οργανώσεις των μεσαίων στρωμάτων συμμετέχουν στο κίνημα.
Η κατάσταση για τους πολύ φτωχούς έχει γίνει πραγματικά αφόρητη: δεδομένου ότι δεν υπάρχει για αυτούς καμιά μέριμνα στην πολιτική της Λαϊκής Ενότητας, πλήττονται σκληρά από τις ελλείψεις και τη συνεχή υποτίμηση των πραγματικών μισθών τους. Οι απεργίες των μεταφορέων πλήττουν βάναυσα την επιβίωσή τους. Έχοντας πλήρη επίγνωση των πολιτικών κινήτρων και του κοινωνικού περιεχομένου αυτών των ανταπεργιών, οι χιλιανοί προλετάριοι θα ξαναμπούν με νέα ορμή στη μάχη, που εκείνη τη στιγμή συνίσταται στο σπάσιμο της απεργίας των αφεντικών. Και η μαχητικότητά τους που συνήθως τους κάνει να πρωτοστατούν στις απεργίες, θα αποδειχθεί εξίσου ικανή να συντρίψει μια απεργία.
Οι χιλιανοί προλετάριοι καταλαμβάνουν τα εργοστάσια που ανταπεργούν, επανεκκινούν την παραγωγή και διανέμουν οι ίδιοι τα εμπορεύματα της Ζώνης τους προχωρώντας σε επίταξη των φορτηγών των επιχειρήσεών τους, συνοδευόμενοι μερικές φορές από ένοπλους εργάτες.
Οι Επιτροπές για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών, οι οποίες αριθμητικά φτάνουν τις 2.000 σε ολόκληρη τη χώρα, ρίχνουν όλη την οργανωτική τους δύναμη στη μάχη και επιχειρούν συστηματικά να ανοίξουν διά της βίας τα μαγαζιά που κάνουν απεργία. Οι Επιτροπές επιβάλλουν έναν πολύ αυστηρό έλεγχο στη διανομή των αγαθών στις φτωχές συνοικίες και πραγματοποιούν κατασχέσεις σε τοπικούς εμπόρους που θεωρούνται ύποπτοι για αισχροκέρδεια.
Επιχειρώντας ένα βήμα περαιτέρω, μερικές Επιτροπές για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών συνάπτουν άμεσες σχέσεις με τις επιτροπές των εργοστασίων και οργανώνουν την πώληση ή την ανταλλαγή αγαθών μεταξύ εργοστασίων, καθώς και ένα οργανωμένο πλάνο παραγωγής. Όσον αφορά τη διανομή, τα αγαθά πρώτης ανάγκης μοιράζονται σύμφωνα με τις αντίστοιχες πραγματικές ανάγκες.
Όταν οι Επιτροπές για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών θεωρούνται ύποπτες για εμπορευματοποίηση ή πολιτικό οπορτουνισμό, περιθωριοποιούνται και δημιουργούνται τα «Λαϊκά Μαγαζιά» τα οποία διαχειρίζονται άμεσα οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών. Τις περισσότερες φορές πωλούν τα προϊόντα σε τιμή κόστους. Σούπερ μάρκετ καταλαμβάνονται, η τροφή διανέμεται άμεσα και προέρχεται είτε από συνεργαζόμενα εργοστάσια και Κινήματα Αγροτών που γειτνιάζουν γεωγραφικά ή, μερικές φορές, ακόμη και από Κρατικά Πρακτορεία Διανομής, οι υπάλληλοι των οποίων δείχνουν περισσότερη εμπιστοσύνη στις επιτροπές παρά στα κυβερνητικά δίκτυα! Όλα αυτά μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν χάρη στις διάφορες επιτροπές, όπου συναντήθηκαν οι κάτοικοι των φτωχογειτονιών με τους εκπροσώπους των εργατών από τις επιχειρήσεις, από τις Επιτροπές για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών, από τις Επιτροπές Γειτονιάς, από τα Κέντρα για Μητέρες, από τα Κινήματα Αγροτών κ.λπ.
Σε αυτή τη φάση, η κατάσταση ξεφεύγει τόσο πολύ που το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα διαχωρίζουν τη θέση τους με μια κοινή δήλωση όπου καλούν τις Βιομηχανικές Ζώνες να μη διακόψουν τις σχέσεις τους με την κυβέρνηση και να μη συγκροτήσουν παράλληλη εξουσία.
Χωρίς καμία διάθεση υπερβολής, η σημασία αυτών των εν γένει μειοψηφικών τάσεων, ακόμη και η ίδια η ύπαρξή τους, συνιστά μια τεράστια απειλή για τον κόσμο του εμπορεύματος, διότι εκείνη την περίοδο της τόσο οξυμένης κοινωνικής κρίσης όλες οι λογικές πρωτοβουλίες εξαπλώνονται ανεξέλεγκτα: από τη στιγμή που μια περιθωριακή πρακτική αποδεικνύεται αποτελεσματική, πλήθος προλετάριων, ανεξάρτητα από τις δηλωμένες πολιτικές τους συμπάθειες, είναι έτοιμοι να την υιοθετήσουν.
Βέβαια, εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τα θεμέλια της Ανταλλαγής, της Αξίας και της Εργασίας αμφισβητούνται μόνο επιφανειακά, παρόλα αυτά όμως, πρόκειται για ένα κρίσιμο σημείο: Εάν τα εμπορεύματα συνεχίσουν να παράγονται και να διανέμονται από τους ίδιους τους προλετάριους με στόχο την ικανοποίηση των άμεσων αναγκών τους και κατά τα άλλα οι τιμές τους παραμένουν παγωμένες, αυτό θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μια ακόμη βαθύτερη υπονόμευση της Οικονομίας. Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν οι προλετάριοι έχουν εκείνη τη στιγμή στο μυαλό τους μόνο ένα καπιταλιστικό μοντέλο σχεδιασμένης οικονομίας, με «δίκαιες» τιμές και «αξιοπρεπείς» μισθούς, τα βήματα που κάνουν τους κατευθύνουν προς έναν αρκετά ευρύτερο ορίζοντα.
Παρόλα αυτά, όμως, η ψευδαίσθηση του Κράτους Δικαίου παραμένει. Ενώ η νομιμότητα φαίνεται να έχει σαρωθεί εξαιτίας αυτής της επαναστατικής ορμής, η οποία ξεπερνά κατά πολύ το πολιτικό πλαίσιο της Λαϊκής Ενότητας, ο λεγκαλισμός παραμένει κυρίαρχη αντίληψη της πλειοψηφίας των πρωταγωνιστών. Δημιουργείται ρήξη, μια ουσιαστική ρήξη, αλλά δεν εκφράζεται ρητά. Η τεράστια πλειοψηφία των εξεγερμένων συνεχίζουν να πιστεύουν ότι υπερασπίζονται την κυβέρνησή «τους» και ότι έχουν την αναγνώριση και την υποστήριξή της.
Η καταστολή του Κόκκινου Οκτώβρη
Για να σβήσει τη φωτιά του Χιλιανού Κόκκινου Οκτώβρη, ο Αλιέντε υπογράφει μία συμφωνία με δύο αποδέκτες: Από τη μια, κάνει μια κίνηση συμφιλίωσης προς την αντίδραση και τις απαιτήσεις της: τέλος στην καταστολή της απεργίας των μεταφορέων, υποσχέσεις στους ιδιοκτήτες των φορτηγών ότι δεν θα επιβληθεί καμία κύρωση στους απεργούς, ότι δεν θα εθνικοποιήσει ποτέ τον τομέα των μεταφορών και ότι οι επιχειρήσεις που έχουν καταληφθεί από τους εργάτες θα αποδοθούν στους ιδιοκτήτες τους. Από την άλλη, τραβάει το χαλί κάτω από τα πόδια των λυσσασμένων προλετάριων καλώντας τον στρατό και τα συνδικάτα να ελέγξουν την κατάσταση. Κηρύσσει κατάσταση έκτακτης ανάγκης και τοποθετεί τρεις στρατηγούς στην κυβέρνηση, ένας εκ των οποίων ο στρατηγός Πρατς, αρχηγός του Στρατού, ο οποίος αναλαμβάνει το χαρτοφυλάκιο του Υπουργείου Εσωτερικών.
Το «Πολιτικοστρατιωτικό Υπουργικό Συμβούλιο» της Κυβέρνησης περιλαμβάνει υψηλόβαθμους στρατιωτικούς αλλά και επικεφαλής των συνδικάτων: από τον Ιανουάριο του 1973, καθένα από αυτά τα χαρτιά, ο στρατός και οι συνδικαλιστές, θα χρησιμοποιηθεί ως όπλο στον πόλεμο ενάντια στους προλετάριους.
Όσον αφορά τον στρατό, ο Πρατς διαπραγματεύεται προσωπικά με τις ενώσεις των εργοδοτών και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Η εργοδοτική απεργία σταματά και κάποιοι από τους στόχους της υλοποιούνται επιτυχώς: την 21η Οκτώβρη του 1972, το Κοινοβούλιο υιοθετεί τον «Νόμο για τον έλεγχο των όπλων» που επιτρέπει στους στρατιωτικούς να κάνουν παντού έρευνες για ν’ ανακτήσουν όπλα που ενδεχομένως κατέχονται παράνομα. Ο Αλιέντε δεν θέτει το προεδρικό του βέτο και έτσι η Λαϊκή Ενότητα αφήνει την αντιπολίτευση, που έχει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, να εξοπλίσει τον Στρατό μ’ ένα σημαντικό αντι-εξεγερσιακό νομικό οπλοστάσιο. Αργότερα, οι Στρατηγοί θα κάνουν χρήση αυτού του νόμου ώστε να οργανώσουν ενδελεχώς το πραξικόπημα.
Επιπλέον, το χαρτί του στρατού θα χρησιμοποιηθεί για να ξαναπάρουν σταδιακά τον έλεγχο του ανεφοδιασμού της διανομής: ο Αλιέντε το αναθέτει στον στρατηγό Μπασελέ, ο οποίος επιτίθεται αμέσως στα λαϊκά μαγαζιά, παγώνει σταδιακά τον ανεφοδιασμό τους και απομακρύνει από τη διοίκηση τους υπαλλήλους που έχουν βοηθήσει στον εφοδιασμό των λαϊκών μαγαζιών. Η λειτουργία των Επιτροπών για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών περιορίζεται.
Το χαρτί του συνδικαλισμού θα χρησιμοποιηθεί για την καταστολή των καταλήψεων γης και των καταλήψεων εργοστασίων. Υπεύθυνος γι’ αυτές τις κατασταλτικές ενέργειες είναι ο Ορλάνδο Μίλιας του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το «πρόγραμμα Μίλιας» προβλέπει την παράδοση κοινωνικοποιημένων επιχειρήσεων στους ιδιοκτήτες τους. Προβλέπει την αποζημίωση των μεγάλων μετόχων, την επαναπρόσληψη ενός μεγάλου αριθμού στελεχών τα οποία είχαν εκδιωχθεί από τους εργάτες, την απομάκρυνση των υπουργών οι οποίοι θεωρείτο ότι υπέκυψαν στις πιέσεις των διαδηλώσεων και την αντικατάστασή τους με στρατιωτικούς ικανούς να «καθησυχάσουν» την αστική τάξη.
Η αντεπίθεση των προλετάριων
Μπροστά στην υποταγή της Λαϊκής Ενότητας στην αστική τάξη, μπροστά σ’ αυτό το πρόγραμμα της άμεσης επίθεσης σε όλες τις θέσεις που κατέκτησαν οι προλετάριοι από το τέλος της δεκαετίας του ’60 το ποτήρι πλέον ξεχειλίζει: η Ζώνη Cerillos-Maipu καταλαμβάνει τη συνοικία και στήνει οδοφράγματα.
Αυτή η κινητοποίηση ακολουθείται από μία συνάντηση όλων των Ζωνών του Σαντιάγο, στην οποία καταστρώνεται ένα «πρόγραμμα άμεσης δράσης» το οποίο απαιτεί την εθνικοποίηση όλων των επιχειρήσεων που παράγουν αγαθά πρώτης ανάγκης, των μεγάλων επιχειρήσεων διανομής και των αγροτικών εκμεταλλεύσεων, την άμεση απόσυρση του σχεδίου Μίλιας, την άμεση σύσταση των επιτροπών εργατικής επαγρύπνησης ώστε να μην παραδοθεί καμία επιχείρηση στους ιδιοκτήτες της, την ανάθεση εξουσίας στις Επιτροπές για τον Έλεγχο των Προμηθειών και των Τιμών και στα Κοινοτικά Συμβούλια ώστε να μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις στους εμπόρους που αισχροκερδούν, κ.λπ.
Παρότι το πρόγραμμα των Ζωνών βρίσκεται σε απόλυτη αντίθεση με την πολιτική της κυβέρνησης, το 7ο σημείο του υποστηρίζει «τη δημιουργία μίας διμερούς επιτροπής κυβέρνησης-εργατών […] που θα ασχολείται με τον σχεδιασμό και τον έλεγχο των προμηθειών». Είναι πραγματικά απίστευτο, ότι αυτό το πρόγραμμα ακολουθεί μία κατεύθυνση πλήρως ανταγωνιστική προς αυτήν της κυβέρνησης, αλλά συνεχίζει να θεωρεί ως πιθανή λύση μία επιτροπή η οποία ενώνει γύρω από το ίδιο τραπέζι τους αντιπροσώπους του κράτους και εκείνους των Ζωνών και των Συμβουλίων! Το κείμενο συνεχίζει στην ίδια κατεύθυνση, προτείνοντας ταυτόχρονα τη δημιουργία «εντελώς αυτόνομων» Συμβουλίων και τη διατήρηση ενός διαλόγου με τη Λαϊκή Ενότητα και την Ενοποιημένη Ομοσπονδία Εργατών! Ισχυρίζονται ότι αντιτίθενται «σε κάθε είδους παραχώρηση προς την αστική τάξη», και ταυτόχρονα καλούν την αστική τάξη στο τραπέζι τους! Πρόκειται για ένα ολότελα αντιφατικό κίνημα!
Αυτή η απίστευτη σύγχυση μεγαλώνει ακόμη περισσότερο όταν η κοινωνική ένταση συμπλέκεται με την πολιτική ένταση, καθώς πλησιάζουν οι εκλογές του Μαρτίου του 1973. Η προεκλογική καμπάνια εκτυλίσσεται σχεδόν σε μια ατμόσφαιρα εμφυλίου πολέμου. Η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας επιβιώνει με δυσκολία καθώς από τη μια μεριά το Σοσιαλιστικό Κόμμα και το MIR εκφράζουν την «κριτική υποστήριξη» τους και, από τη άλλη μεριά, η ακροδεξιά οργάνωση «Πατρίδα και Ελευθερία» επιδίδεται σε ενέργειες ανοιχτής τρομοκρατίας. Στις 4 Μαρτίου 1973, ο συνασπισμός των δεξιών κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές. Συγκεντρώνει όμως μόνο το 55% των ψήφων, ποσοστό ανεπαρκές για να ανατρέψει την κυβέρνηση! Η ευκαιρία για τη δεξιά έχει χαθεί και δεν θα εμφανιστεί άλλη σύντομα. Από εκείνη τη στιγμή γίνεται ξεκάθαρο ότι δεν απομένει πλέον κανένα άλλο μέσο στη δεξιά πτέρυγα της αστικής τάξης για να πετύχει τους στόχους της εκτός από το πραξικόπημα.
Μέχρι εκείνη την εποχή, υπήρχε η εικόνα για τις ένοπλες δυνάμεις της Χιλής ότι ήταν πιστές στο δημοκρατικό καθεστώς. Μπορούμε να καταλάβουμε ότι αυτή η πίστη δεν ήταν προϊόν κάποιας απαραβίαστης αρχής αλλά αντιστοιχούσε στα συμφέροντα της αστικής τάξης: θα δινόταν μια ευκαιρία στη Λαϊκή Ενότητα να καταπνίξει το προλεταριακό κίνημα. Αν η Λαϊκή Ενότητα αποτύγχανε να το κάνει, η οδός του πραξικοπήματος παρέμενε ανοιχτή. Έτσι κι αλλιώς, ο στρατός καλείτο συνεχώς να επιβάλλει την τάξη, τόσο από την αντιπολίτευση όσο και από τα μέλη της κυβέρνησης.
Αλλά οι Ζώνες δεν θα σταματήσουν στην κατάρτιση του προγράμματος άμεσης δράσης και το καλοκαίρι του 1973 θα περάσουν στην επίθεση: 5.000 εκτάρια γης που δεν υπόκειντο στην αγροτική μεταρρύθμιση, καταλαμβάνονται από τη Ζώνη Cerillos σε συνεργασία με το Συμβούλιο Αγροτών του Maipu, προκειμένου να πάρουν στα χέρια τους τον «λαχανόκηπο του Σαντιάγο». Πρόκειται για μια εξαιρετικά συντονισμένη ενέργεια για την οποία συνεργάζονται άψογα μικρές ομάδες απαλλοτριωτών αγροτών συνοδευόμενες από ομάδες εργατών από τη Ζώνη, μαζί με ένοπλα και κατάλληλα εφοδιασμένα μέλη του MIR που υπερασπίζονται στρατιωτικά τις καταλήψεις ενάντια στις ομάδες των φασιστών που τους επιτίθενται. Αυτή η κατάληψη ακολουθείται από τη διερεύνηση των δυνατοτήτων συλλογικής διανομής των απαλλοτριωμένων αγαθών: ένα παλιό σφαγείο καταλαμβάνεται και θα λειτουργήσει για λίγες ημέρες ως λαϊκό μαγαζί. Ωστόσο, μερικά από τα κατειλημμένα χωράφια ανήκουν σε μέλη του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος! Η Λαϊκή Ενότητα ασκεί πρωτοφανή πίεση στους επικεφαλής της Ζώνης έως ότου, με πολύ θυμό, επιστρέψουν τα χωράφια στους ιδιοκτήτες τους.
Η διαμάχη ανάμεσα στη συμβιβαστική πτέρυγα της Λαϊκής Ενότητας και την αριστερή της πτέρυγα φουντώνει. Οι Ζώνες και τα Κοινοτικά Συμβούλια ριζοσπαστικοποιούνται: ακόμη και οι πιο πολιτικάντηδες και οπορτουνιστές ανάμεσα στους τοπικούς επικεφαλής σταματούν να υποστηρίζουν πια τα καλέσματα των εθνικών στελεχών του Σοσιαλιστικού Κόμματος για μετριοπάθεια. Η πολύ θολή και προβληματική έννοια της «λαϊκής εξουσίας», η οποία χρησιμοποιήθηκε ως σύνθημα στις διαδηλώσεις, αρχίζει να αποκτά ένα ολοένα και πιο ανταγωνιστικό προς τη Λαϊκή Ενότητα προλεταριακό περιεχόμενο.
Tancazo
Φτάνουμε πλέον στον Ιούνιο του 1973. Καθώς η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας αποτυγχάνει να καταπνίξει το προλεταριακό κίνημα, μερίδες της στρατιωτικής ηγεσίας αποφασίζουν να αναλάβουν δράση. Το πρωί της 29ης Ιουνίου 1973 γίνεται απόπειρα πραξικοπήματος γνωστή ως Tancazo. Τα άρματα του 2ου Συντάγματος του Στρατηγού Σουπέρ συγκεντρώνονται μπροστά από το παλάτι της Μονέδα (Προεδρικό Μέγαρο). Ο Αλιέντε από το ραδιόφωνο καλεί με πάθος τους προλετάριους να βοηθήσουν: «Έφτασε η ώρα, ο λαός θα πάρει τα όπλα!». Η αντίδραση είναι άμεση και καλοσυντονισμένη. Τα εργοστάσια καταλαμβάνονται, στήνονται οδοφράγματα, οργανώνονται εσπευσμένα ομάδες αυτοάμυνας που είναι στοιχειωδώς εξοπλισμένες και ξεχύνονται στο κέντρο του Σαντιάγο για να αντιμετωπίσουν τους στασιαστές. Ωστόσο, αυτή η μαχητικότητα αποδεικνύεται μάταια: ο Αλιέντε ζητά βοήθεια από τον στρατηγό Πρατς! Ο Πρατς ανασυντάσσει τα πιστά στρατεύματα και επιτυγχάνει την παράδοση των στασιαστών με τη βοήθεια του Πινοσέτ: η Λαϊκή Ενότητα διώχνει τους πολίτες που έσπευσαν να την υπερασπιστούν και τους προτρέπει να αφήσουν τον Στρατό να δράσει.
Προς στιγμήν, ο Αλιέντε και η Ενοποιημένη Ομοσπονδία Εργατών αντιμετωπίζουν ευνοϊκά τις καταλήψεις των εργοστασίων, βλέποντας σ’ αυτές μια προσωρινή συμβολική διαμαρτυρία ενάντια στους επίδοξους στασιαστές. Αλλά προς μεγάλη τους απογοήτευση, οι καταλήψεις συνεχίζονται αποφασιστικά για πολλές ημέρες. Στις 8 Ιουλίου ο Αλιέντε απευθύνει έκκληση στους καταληψίες να παραδώσουν τα εργοστάσια. Τα Δικαστήρια καταδικάζουν τις παράνομες καταλήψεις και αποφασίζουν εκκενώσεις.
Αυτή η απόπειρα πραξικοπήματος λειτουργεί σαν ηλεκτροσόκ που διεγείρει τη μαχητικότητα των προλετάριων: δίνει νέα πνοή στις καταλήψεις εργοστασίων και στα λαϊκά μαγαζιά τα οποία έχαναν έδαφος. Σε αυτή τη φάση κάποιες Ζώνες είχαν σχεδόν ξεφύγει από οποιονδήποτε κυβερνητικό έλεγχο. Στη Viña del Mar, η Ζώνη απορρίπτει κάθε διαπραγμάτευση με «οποιοδήποτε κομμάτι της αστικής τάξης». Στο ίδιο πνεύμα, η Tarea Urgente, η εφημερίδα των Ζωνών, κυκλοφορεί υπό τον τίτλο: «Μέχρι τη νίκη ενάντια στον ρεφορμισμό και τον στασιασμό!». Εργάτες που υποστηρίζουν το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα συμφωνούν ή συμμετέχουν στις Ζώνες και στις παράνομες καταλήψεις. Αγωνιστές βάσης του Κομμουνιστικού Κόμματος, που είχαν παραμείνει πιστοί στη γραμμή του, αρχίζουν να διαφοροποιούνται. Στα τέλη του Ιουλίου, όλη αυτή η αναταραχή κορυφώνεται σε αυτό που αποκαλείται «Cordonazo»:
Στις 18 Ιουλίου, έπειτα από κάλεσμα της Ζώνης, 5.000 άτομα κλείνουν τους δρόμους στο Cerillos-Maipu φωνάζοντας «Όχι στον συμβιβασμό!» και απαιτούν να σταματήσουν οι εκκενώσεις των κατειλημμένων εργοστασίων και να γίνει καθολική απαλλοτρίωση της βιομηχανίας τροφίμων και των πρακτορείων διανομής. Την επόμενη ημέρα, οι εργάτες της Ζώνης Vicuña Mackenna αποκλείουν την περιοχή τους με αίτημα την κατάληψη του κυβερνητικού πρακτορείου διανομής. Η αστυνομία της κυβέρνησης του Αλιέντε επιτίθεται στα οδοφράγματα και ρίχνει χημικά στον κόσμο, τραυματίζει πολλούς ανθρώπους, σκοτώνει έναν εργάτη και συλλαμβάνει άλλους. Πολλοί προλετάριοι ζητούν τη δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής, αλλά οι επικεφαλής των Ζωνών αρνούνται. Δυστυχώς, αυτή θα είναι η τελευταία σημαντική επίθεση των Ζωνών πριν το πραξικόπημα του Πινοσέτ.
Συνολικά ένα μεγάλο κομμάτι του προλεταριάτου αισθάνεται όλο και περισσότερο απογοητευμένο και αποπροσανατολισμένο από τη μεταβαλλόμενη, συγκεχυμένη ή ακόμη και καθαρά αντιφατική πολιτική της πλειοψηφίας των κομμάτων που συμμετέχουν στην κυβέρνηση. Οι αγωνιστές είναι συχνά δυσαρεστημένοι με την ηγεσία τους αλλά αυτή η ρήξη δεν εκφράζεται συγκεκριμένα στην πράξη.
Ζοφερά συνθήματα γράφονται στους τοίχους του Σαντιάγο τη νύχτα. Το σύνθημα «Τζακάρτα!» υπενθυμίζει τη μεγάλη σφαγή των Ινδονήσιων κομμουνιστών το 1965. Στα τέλη του Ιουλίου, η αντιπολίτευση τονίζει σε επιθετικό τόνο ότι ο Αλιέντε δεν ήταν ικανός να επιβάλλει την υπακοή όταν ζήτησε την απόδοση των κατειλημμένων εργοστασίων μετά την απόπειρα πραξικοπήματος του Tancazo. Οι μεταφορείς ξεκινούν απεργία, εκφράζοντας την οργή τους για το γεγονός ότι η Λαϊκή Ενότητα δεν τήρησε τις δεσμεύσεις της ενώ η συχνότητα των επιθέσεων της ακροδεξιάς οργάνωσης «Πατρίδα και Ελευθερία» κορυφώνεται. Εν ολίγοις, παρά την αποτυχία της απόπειρας του πραξικοπήματος, η γενικότερη ατμόσφαιρα είναι όλο και πιο ευνοϊκή για το επερχόμενο πραξικόπημα που θα επιτύχει.
Ο τακτικός Στρατός, που λειτουργεί επίσημα υπό τις διαταγές της Λαϊκής Ενότητας, είναι αυτός που θα ξεκινήσει την επίθεση: ο στρατός προβαίνει σε επιχειρήσεις αληθινού εσωτερικού πολέμου σε ολόκληρη τη χώρα. Χρησιμοποιεί γι’ αυτό τον σκοπό τον «Νόμο για τον Έλεγχο των Όπλων» ο οποίος είχε θεσπιστεί τον Οκτώβριο του 1972, επισήμως για να χρησιμοποιηθεί ενάντια στους στασιαστές, παρότι ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε γι’ αυτόν τον σκοπό. Ο Στρατός πραγματοποιεί επιθέσεις στα πιο μαχητικά εργοστάσια, καταλαμβάνει τα γραφεία της Ενοποιημένης Ομοσπονδίας Εργατών, τρομοκρατεί με ένα πλήθος τεθωρακισμένων οχημάτων και αεροσκαφών, φυλακίζει τους επικεφαλής των Ζωνών, διαλύει τις καταλήψεις γης. Στρατιωτικά αποσπάσματα εισβάλλουν στα κεντρικά γραφεία των κομμάτων της αριστεράς, στα συνδικάτα, στα εργοστάσια, στις φάρμες, στα σχολεία, στα πανεπιστήμια… Χτενίζουν τα πάντα ώστε να μην μείνει η παραμικρή κρυψώνα όπλων και προχωρούν σε βίαιες ανακρίσεις.
Στις 7 Αυγούστου, ένα δίκτυο αντι-πραξικοπηματιών ναυτών, που θα μπορούσε να ανατρέψει τον συσχετισμό δυνάμεων, διαλύεται καθώς δεν έλαβε καμιά βοήθεια από αυτούς που νόμιζε ότι ήταν σύμμαχοί του, δηλαδή από τη Λαϊκή Ενότητα: εκατοντάδες άνθρωποι συλλαμβάνονται και βασανίζονται από τους αξιωματικούς. Η εκκαθάριση αυτού του δικτύου γίνεται με τις ευλογιές της Λαϊκής Ενότητας. Ο ίδιος ο Αλιέντε είχε χαρακτηρίσει τους ναύτες «αριστεριστές που χειραγωγήθηκαν από την άκρα δεξιά».
Στις 9 Αυγούστου, ο Αλιέντε σχηματίζει το «Συμβούλιο Εθνικής Σωτηρίας» προσπαθώντας να καθησυχάσει την αντιπολίτευση, αλλά πλέον αυτό δεν αρκεί: η δεξιά πτέρυγα της αστικής τάξης θέλει το κεφάλι του. Στις 23 Αυγούστου, το κοινοβούλιο κηρύσσει παράνομη την κυβέρνηση και καλεί τον στρατό να πάρει θέση. Την 24η Αυγούστου, ο στρατηγός Πρατς, προπύργιο νομιμοφροσύνης στους κόλπους του στρατού, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το πόστο του. Ο Αλιέντε, διορίζει τον στρατηγό Αουγούστο Πινοσέτ ως αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων. Τον θεωρούσε πιστό στο καθεστώς καθώς είχε συμμετάσχει στην καταστολή της απόπειρας πραξικοπήματος του Σουπέρ.
Στις 4 Σεπτεμβρίου, σε μία μεγαλειώδη πορεία 700.000 άτομα εκφράζουν την υποστήριξή τους στον Αλιέντε. Στις 9 του μήνα, ο Αλιέντε βγάζει από το μανίκι του έναν μπαλαντέρ: ανακοινώνει τη διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος δύο ημέρες αργότερα, μέσω του οποίου η αντιπολίτευση θα μπορούσε να εκφράσει με δημοκρατικό τρόπο τις διαφωνίες της. Αλλά, από ό,τι φαίνεται, δεν υπήρχε πια χρόνος για κάτι τέτοιο.
Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973 ο στρατός συγκεντρώνεται μπροστά στο προεδρικό μέγαρο της Μονέδα, ενώ αεροπλάνα το βομβαρδίζουν. Το μεσημέρι 20 άτομα αντιστέκονται ακόμη, στις 2 η ώρα τα πάντα έχουν τελειώσει. Ο Αλιέντε αυτοκτονεί.
Ο στρατός θα μπορούσε να μην είχε ακολουθήσει τους στασιαστές: πολλά στρατεύματα δίστασαν, κάποιοι στρατιώτες αρνήθηκαν να υπακούσουν και το πλήρωσαν με τη ζωή τους. Ωστόσο, η εκκαθάριση είχε πραγματωθεί επιμελώς από πριν, όπως το δίκτυο των ναυτών που ήταν έτοιμοι να καταλάβουν πολεμικά πλοία και να χρησιμοποιήσουν τη δύναμη πυρός του πολεμικού ναυτικού ενάντια στις μονάδες των στασιαστών και οι οποίοι είχαν εκκαθαριστεί με τις ευλογίες της Λαϊκής Ενότητας. Οι εκατοντάδες χιλιάδες δυνητικοί μαχητές του Σαντιάγο βρίσκονται άοπλοι, εξαιτίας του νόμου για τον έλεγχο των όπλων που επίσης είχε θεσπιστεί χωρίς ο Αλιέντε να θέσει βέτο ως Πρόεδρος.
Οι προλετάριοι είχαν κατασταλεί, αποθαρρυνθεί, ιδεολογικά και υλικά αφοπλιστεί από τη Λαϊκή Ενότητα. Οι πραξικοπηματίες τους αποτελείωσαν.
Μετά τον Αλιέντε
Πριν προχωρήσουμε σε μια αναφορά στην εξέγερση που ξέσπασε στη Χιλή από τον περασμένο Οκτώβριο έχει σημασία να περιγράψουμε εν τάχει τις συνέπειες της επιβολής της δικτατορίας του Πινοσέτ. Το αρχικό οικονομικό σοκ που εφαρμόστηκε βάσει των νεοφιλελεύθερων συνταγών οδήγησε μέχρι το 1975 στην πτώση του ΑΕΠ κατά 15%, στη μείωση των μισθών κατά 35% σε σχέση με το 1970 και την αύξηση της ανεργίας σε 20%. Το λεγόμενο οικονομικό θαύμα της Χιλής αφορούσε την αύξηση των κερδών σε βάρος των μισθών καθώς από το 1974 έως το 1981 ο ρυθμός ανάπτυξης της χιλιανής οικονομίας ανήλθε σε μόνο 1.5% κατά μέσο όρο. Την περίοδο 1973 έως το 1990 η απόλυτη φτώχεια αυξήθηκε από 20% σε 44% του πληθυσμού, το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ μειώθηκε από 50% σε 30% και το μερίδιο των κερδών αυξήθηκε από 30% σε 40%. Το 1995 οι πραγματικοί μισθοί ήταν ακόμη κατώτεροι κατά 18% από τους μισθούς της περιόδου Αλιέντε. Λόγω αυτής της επίθεσης του κεφαλαίου, η συσσώρευση του κεφαλαίου μετά την κρίση του 1982 ανήλθε κατά μέσο όρο σε υψηλά επίπεδα, όπως δείχνει ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ από το 1983 μέχρι σήμερα. Μια ανάπτυξη βασισμένη στην απαξίωση της εργασιακής δύναμης και την καταστολή.
Όσον αφορά το νομικό οπλοστάσιο του κεφαλαίου, το 1980, όταν επιβλήθηκε και το διαβόητο Σύνταγμα του Πινοσέτ, καταργήθηκαν οι συλλογικές συμβάσεις, επιτράπηκαν οι μαζικές απολύσεις, αυξήθηκε το νόμιμο ωράριο μέχρι και σε 12 ώρες και καταργήθηκαν τα δικαστήρια επίλυσης των εργασιακών διαφορών. Επίσης, το σύστημα ασφάλισης και υγείας ιδιωτικοποιήθηκε. Τις αλλαγές αυτές σχεδίασε ο Χοσέ Πινιέρα, αδελφός του νυν προέδρου της Χιλής ως Υπουργός Εργασίας του Πινοσέτ. (1978-80) Οι απεργίες την περίοδο της δικτατορίας ήταν σχεδόν αδύνατες λόγω της αστυνομικής καταστολής και της δράσης παραστρατιωτικών ομάδων θανάτου. Το Σύνταγμα Πινοσέτ περιείχε διατάξεις όπως το άρθρο 8 που έθετε στην παρανομία τις ιδέες που αναφέρονταν στην ταξική πάλη ή επιτίθεντο στην οικογένεια. Το εν λόγω άρθρο καταργήθηκε λίγους μήνες πριν τη μετάβαση στη δημοκρατία το 1990. Παρέμειναν όμως άλλα άρθρα όπως το άρθρο 19.21 που ουσιαστικά επιβάλλει την ιδιωτική λειτουργία όλων των επιχειρήσεων ακόμα κι αν πρόκειται για επιχειρήσεις κοινής ωφελείας εκτός αν περάσει νόμος με ενισχυμένη πλειοψηφία (60%) καθώς και διατάξεις που απαγορεύουν κάθε «προσβολή στην ιδιοκτησία»: η οποιαδήποτε απαλλοτρίωση προϋποθέτει νομοθετική ρύθμιση.
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν ότι εν έτει 2019, το πλουσιότερο 1% του πληθυσμού κατέχει πάνω από το 35% του ΑΕΠ, τα μεσαία στρώματα είναι υπερχρεωμένα και επισφαλή και η εργατική τάξη ζει σε συνθήκες φτώχειας. Η σχετική φτώχεια παραμένει υψηλή και ανέρχεται σε 16%. Η μέση σύνταξη ανέρχεται σε μόλις 28-38% του μέσου μισθού, λόγω της επιβολής του ασφαλιστικού συστήματος Πινοσέτ, με τις γυναίκες να λαμβάνουν μόλις 28% και οι άντρες 38%.
Εξέγερση του Οκτώβρη
Η επιβράδυνση της χιλιανής οικονομίας τα προηγούμενα 5 χρόνια, η επισφάλεια, η φτώχεια και η άθλια κατάσταση της εργατικής τάξης ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξέσπασε η εξέγερση του Οκτώβρη όταν η μαθητική προλεταριακή νεολαία επιδόθηκε σε «μαζική άρνηση πληρωμής εισιτηρίων» σε απάντηση στην αύξηση της τιμής τους στο μετρό του Σαντιάγο. Επρόκειτο για τη θρυαλλίδα που πυροδότησε την εξέγερση. Καθώς δεν είχαμε χρόνο να κάνουμε μια βαθύτερη και αναλυτικότερη έρευνα θα διαβάσουμε τα κυριότερα χαρακτηριστικά της σύμφωνα με ένα κείμενο Χιλιανών συντρόφων που δημοσιεύτηκε στις 26 του Οκτώβρη.
Αρχικά θα αναφέρουμε αυτά που αναφέρουν ως θετικά σημεία:
- Το πρώτο πράγμα που σημειώνουν οι σύντροφοι είναι ότι το κίνημα απέκτησε αυθόρμητα έναν γενικό χαρακτήρα και ότι αποτελεί έμπρακτη κριτική της ολότητας του καπιταλιστικού-νεοφιλελεύθερου τρόπου ζωής: απαλλοτριώσεις και μαζική διανομή αγαθών των μεγάλων καπιταλιστών (σουπερμάρκετ, εμπορικά κέντρα, φαρμακεία, τράπεζες κ.λπ.), καταστροφή των κρατικών υποδομών (αστυνομικά τμήματα, κτίρια των δημοτικών αρχών κ.λπ.), μαζική σύγκρουση με τις κατασταλτικές δυνάμεις του δημοκρατικού κράτους (καραμπινιέροι, ασφάλεια, στρατός) και ένα διαισθητικό προσχέδιο κριτικής της καθολικής εμπορευματοποίησης όλων των πλευρών της καθημερινής ζωής (δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο «αίτημα» ή «διεκδίκηση», υπάρχει η επιθυμία να «αλλάξουν τα πάντα»).
- Επισημαίνουν ιδιαίτερα τον καταλυτικό ρόλο που έπαιξε και συνεχίζει να παίζει το νεανικό προλεταριάτο με την αδιαλλαξία του και την ανατρεπτική μαχητικότητά του απέναντι σε κάθε πρόκληση.
- Οι άγριες διαδηλώσεις πραγματικά επέφεραν μια τεράστια καταστροφή στην ατομική ιδιοκτησία των μεγάλων καπιταλιστών της χώρας: αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε το κράτος να κατεβάσει τον στρατό στους δρόμους.
- Μια άλλη σημαντική πλευρά ήταν ο πολλαπλασιασμός των πυρήνων που πραγματοποιούν σε ευρεία κλίμακα ενέργειες αυτοάμυνας και επίθεσης εναντίον των κατασταλτικών δυνάμεων του κράτους κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων – τόσο στο «κέντρο» όσο και στις γειτονιές των προαστίων. Πρόκειται για κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «διάχυτη μαζική προλεταριακή βία», η οποία οργανώνεται μέσα στα οδοφράγματα στη βάση της αλληλεγγύης, πράγμα που, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, καθιστά περιττή την εξειδίκευση και επαγγελματοποίηση αυτής της δραστηριότητας από μικρές ομάδες. Μέχρι τώρα, αυτό ήταν αρκετά αποτελεσματικό.
- Παρά την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», την απαγόρευση της κυκλοφορίας και τον στρατό στους δρόμους, το προλεταριάτο δεν φοβήθηκε και δεν εγκατέλειψε τον αγώνα παρά την άγρια καταστολή που έχει οδηγήσει σε έναν ακόμα άγνωστο αριθμό δολοφονιών, βασανισμών, εξαφανίσεων ή/και φυλακίσεων.
- Η πραγματικότητα του αγώνα έχει συντρίψει κάθε προσπάθεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης να μετατρέψει την εξέγερση σε θέαμα: το προλεταριάτο έχει αντιληφθεί την κοινωνικά αναγκαία λειτουργία των μέσων μαζικής ενημέρωσης να διαστρεβλώνουν τα γεγονότα και να στήνουν μια αφήγηση προς όφελος της άρχουσας τάξης – οι δημοσιογράφοι αντιμετωπίζονται ως φερέφωνα του κεφαλαίου.
- Το κίνημα έχει αναπτύξει εμβρυικά, στο πλαίσιο της εξέγερσης, εδαφικά ριζωμένα όργανα αγώνα, που βασίζονται στον σχηματισμό αυτοοργανωμένων συνελεύσεων γειτονιάς, οι οποίες έχουν δημιουργηθεί σε διάφορες περιοχές και σε διαφορετικά κομμάτια του πληθυσμού, χτίζοντας από τα κάτω μια αντικαπιταλιστική προοπτική που τίθεται ενάντια στην επισφάλεια της ζωής. Οι σύντροφοι σημειώνουν ότι αυτοί οι χώροι προλεταριακής κοινωνικότητας έχουν στρατηγική σημασία για τον σχηματισμό μιας κοινότητας αγώνα, διότι εκφράζουν την ανάγκη για αυτενέργεια από την πλευρά των ίδιων των προλετάριων αυτόνομα από κάθε εξωτερική παρέμβαση.
- Ένα σημαντικό κομμάτι του προλεταριάτου έχει απορρίψει συνολικά τις προτάσεις για «μεταρρυθμίσεις» με τις οποίες η κυβέρνηση επιχείρησε να σβήσει τη φωτιά της εξέγερσης: θεωρούνται ψίχουλα άνευ αξίας, πράγμα που μέχρι στιγμής τουλάχιστον έχει μπλοκάρει αυτή την απόπειρα του κράτους.
- Δεν υπάρχει κάποια πολιτική οργάνωση που να μπορεί να αυτοανακηρυχθεί σε εκπρόσωπο της εξέγερσης και σε έγκυρο συνομιλητή της κυβέρνησης: πρόκειται για κάτι που έχει αφήσει ενεή την αστική τάξη. Είναι μια εξέγερση χωρίς ηγέτες. Εξ ου και ο «αναρχικός χαρακτήρας» αυτού του κινήματος.
Όσον αφορά τα όρια και τις αντιφάσεις του κινήματος οι σύντροφοι σημειώνουν τα εξής:
- Κατά τη διάρκεια των τεράστιων διαδηλώσεων της Παρασκευής 25 Οκτωβρίου, με 1.500.000 διαδηλωτές να συμμετέχουν, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, μόνο στο Σαντιάγο, εκφράστηκε μαζικά ένα αίσθημα πατριωτισμού και εθνικής ενότητας εις βάρος της ταξικής προοπτικής του κοινωνικού αγώνα. Ένα παράδειγμα ήταν η μαζική παρουσία σημαιών της Χιλής –που ήταν αρχικά απούσες– και μια γιορταστική και πασιφιστική ατμόσφαιρά που κυριάρχησε όλη την ημέρα, που εκτιμήθηκε από την ίδια την κυβέρνηση ως μια ευκαιρία «που ανοίγει τον δρόμο στο μέλλον και την ελπίδα».
- Συγκριμένα οργανωμένα κομμάτια του εργατικού κινήματος επέδειξαν διστακτικότητα να συμμετάσχουν στην εξέγερση, λ.χ. οι μεταλλωρύχοι της κρατικής εταιρείας CODELCO και τα συνδικάτα που ανήκουν στον πανχιλιανό συντονιστικό όργανο ΝΟ+AFP. Αξιοσημείωτη εξαίρεση αποτελεί το συνδικάτο λιμενεργατών της Χιλής (UPCH) και το συνδικάτο οικοδόμων που ανήκει στη μαχητική ομοσπονδία SINTEC, που και σε αυτήν ακόμα την περίπτωση δεν ήταν απαλλαγμένα από αντιφάσεις, όρια και άνιση ανάπτυξη ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή.
- Σε συγκεκριμένα κοινωνικά κομμάτια βρήκαν απήχηση οι φήμες που διέδωσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η κυβέρνηση περί ενός κύματος λεηλασιών ιδιωτικών κατοικιών και μικρών επιχειρήσεων, που συνέβησαν σε λίγες και συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αυτό εκφράστηκε στο φαινόμενο της δημιουργίας επιτροπών κατοίκων που οργανώθηκαν για να υπερασπίσουν τις γειτονιές τους από ανύπαρκτους πλιατσικολόγους. Πρόκειται για μια επικίνδυνη εξέλιξη, καθώς αποτελεί πρόσφορο έδαφος για την ανάπτυξη ενός νεοφασιστικού/ακροδεξιού ρεύματος και προωθεί την ενδοπρολεταριακή σύγκρουση.
- Στις συνελεύσεις και στα αυτοοργανωμένα συμβούλια συμμετέχουν στελέχη των παραδοσιακών κομμάτων και της «νέας αριστεράς» τα οποία προσπαθούν να αφομοιώσουν και να υποκαταστήσουν την αυτοδιεύθυνση του κινήματος για να επιβάλλουν τις θέσεις τους και να καταστούν έγκυροι συνομιλητές που θα διαπραγματευτούν με την εξουσία.
- Παρά τα μεγάλα ποιοτικά άλματα που έκανε το κίνημα κατά την τεράστια επέκτασή του, δεν ήταν ικανό να σχηματίσει και να παγιώσει έναν σαφή ταξικό λόγο, κι αυτή είναι μια αδυναμία που αναδεικνύει το μεγάλο έργο που εκκρεμεί, το οποίο πρέπει να ξεπεραστεί μέσα στην εξέλιξη του κινήματος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ειδικά μετά τις γιγαντιαίες διαδηλώσεις, την ανάκαμψη της ταυτότητας της «μεσαίας τάξης» σε κάποια κομμάτια του προλεταριάτου, η οποία προωθείται από τα κόμματα και τα ΜΜΕ.
- Η εξέγερση βρήκε τις επαναστατικές μειοψηφίες αποδιοργανωμένες και κατακερματισμένες. Παρόλα αυτά συμμετείχαν άμεσα στο κίνημα, επιχειρώντας να δώσουν προσανατολισμό μέσω δράσεων και προπαγάνδας, παρά τα περιορισμένα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους. Η αριστερά και οι λενινιστές γενικά δεν ήθελαν να αναμειχθούν με τους ανεξέλεγκτους και για αυτό διαχωρίστηκαν από την εξέγερση. Ακόμα και τα πιο παραδοσιακά τους κομμάτια καταδίκασαν τη λεηλασία των μεγάλων επιχειρήσεων και πέρασαν τουλάχιστον τρεις μέρες μέχρι να κατέβουν στον δρόμο.
Ο αντεπαναστατικός ρόλος των αριστερών κομμάτων
Εκτός από την ακραία καταστολή που έχει εφαρμόσει η κυβέρνηση Πινιέρα με το κατέβασμα του στρατού στο δρόμο, τις δολοφονίες, τους ομαδικούς βιασμούς, τις τυφλώσεις εκατοντάδων διαδηλωτών από τις πλαστικές σφαίρες και τις απειλές χρήσης της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας ενάντια στους εξεγερμένους, στην πρώτη γραμμή της αντίδρασης βρίσκεται η δράση των κομμάτων της αριστεράς και ειδικά του κομμουνιστικού κόμματος και του κόμματος Frente Amplio (Ευρύ Μέτωπο) που είναι κάτι ανάλογο του ΣΥΡΙΖΑ και περιλαμβάνει ακόμα και θιασώτες των κοινών και της φεμινιστικής αριστεράς.
Το Frente Amplio συμφώνησε με το κόμμα του Πινιέρα και το κόμμα Concertacion (που προέρχεται από το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Αλιέντε και το παλιό Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα και κατείχε την εξουσία από την πτώση της δικτατορίας μέχρι το 2010) για τη διοργάνωση δημοψηφίσματος τον Απρίλιο του 2020 που θα αποφασίσει τη συνταγματική αναθεώρηση και τον τρόπο που θα πραγματοποιηθεί αυτή (από συντακτική συνέλευση πολιτών που θα εκλεγούν με ψηφοφορία ή από συντακτική συνέλευση πολιτικών). Αυτή η κίνηση εντάσσεται σε μια προσπάθεια αποκατάστασης της κοινωνικής ειρήνης. Το δε ΚΚ δεν υπέγραψε αλλά δήλωσε ότι θα συμμετάσχει σε αυτή τη διαδικασία εντός του κοινοβουλίου και των θεσμών αλλά και μέσα από τη διεύρυνση του διαλόγου εντός του συντονιστικού οργάνου «Κοινωνική Ενότητα» στο οποίο συμμετέχουν συνδικάτα και οργανώσεις δικαιωμάτων, το οποίο αντιπροτείνει τη δημιουργία «πολυεθνικής» συντακτικής εθνοσυνέλευσης. Η «Κοινωνική Ενότητα» απορρίπτει το δημοψήφισμα γιατί προϋποθέτει υψηλή πλειοψηφία στη συντακτική εθνοσυνέλευση που θα δημιουργηθεί, γιατί οι αντιπρόσωποι δεν θα εκλεγούν από τις τοπικές συνελεύσεις και γιατί δεν προβλέπει την εκλογή από άτομα κάτω των 18 ετών και την ποσόστωση όσον αφορά την αντιπροσώπευση των Μαπούτσε και των γυναικών.
Σε κάθε περίπτωση το ΚΚ δήλωσε ότι το δημοψήφισμα δείχνει ότι οι διεκδικήσεις του κινήματος κερδήθηκαν. Είτε μιλάμε για το δημοψήφισμα είτε για την πρόταση για τη δημιουργία συντακτικής εθνοσυνέλευσης, από την οργάνωση με το απαράδεκτο όνομα «Κοινωνική Ενότητα», πρόκειται για κινήσεις που καναλιζάρουν την ενέργεια της εξέγερσης εντός διαδικασιών που θα αποκαταστήσουν την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων. Σε αυτό το σημείο πρέπει να πούμε ότι οι προτάσεις για δημιουργία συντακτικής εθνοσυνέλευσης είναι δυστυχώς πλειοψηφικές και εντός των τοπικών συνελεύσεων που έχουν δημιουργηθεί μέσα στην εξέγερση. Σύντροφοι και συντρόφισσες από τη Χιλή επισημαίνουν ότι εντός αυτών των κοινοτήτων αγώνα είναι αναγκαία η συζήτηση με τον κόσμο που λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά υποστηρίζει θεσμικές και σοσιαλδημοκρατικές θέσεις και η κριτική τους, αντιπαραθέτοντας το ουσιώδες περιεχόμενο που έχουν καθαυτές οι συνελεύσεις, δηλαδή την αυτονομία τους και την εναντίωση τους προς το κράτος καθώς και την κάλυψη των αναγκών που έχουν προκύψει μέσα στον αγώνα: την αυτοάμυνα, τη σίτιση, την επικοινωνία, τη φροντίδα των παιδιών και των ατόμων μεγαλύτερης ηλικίας. Τονίζουν δηλαδή την πλευρά της δημιουργίας μιας νέας μορφής κοινωνικότητας και νέων κοινωνικών σχέσεων εντός της εξέγερσης που θα πρέπει να ρίξουν στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και τις μορφές τους, όπως είναι τα συντάγματα και η διαχωρισμένη πολιτική.
Αντίθεση, Δεκέμβριος 2019
[*] Εισήγηση της εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 2019 στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Άνω-Κάτω Πατησίων στο πλαίσιο του προγράμματος εκδηλώσεων 10, 100, Χιλιάδες Καταλήψεις που οργάνωσε μεταξύ 3 και 8 Δεκεμβρίου του 2019 η Συνέλευση υπεράσπισης της κατάληψης “Αυτοδιαχειριζόμενο στέκι Άνω Κάτω Πατησίων” που είχε δημιουργηθεί τότε. Η εν λόγω εκδήλωση είχε πραγματοποιηθεί με ελαφρώς διαφορετική εισήγηση σε πολλές καταλήψεις και αυτοδιαχειριζόμενους χώρους εκείνη την περίοδο.