για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του χρήματος και του κράτους ─ για τον κομμουνισμό

Κριτική της αποαποικιακής ιδεολογίας

Share with:


Κριτική της αποαποικιακής ιδεολογίας

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί την εισήγηση της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Το Διαλυτικό στην εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του τριημέρου “3 ημέρες για τον πόλεμο, τον εθνικισμό και άλλα δεινά 24-26/10 από την ομάδα RevDev” στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ 

Η γοητεία της «αποαποικιακής θεωρίας» σε μια εποχή ιδεολογικής σύγχυσης

Τα τελευταία χρόνια, ο λόγος περί «αποαποικιοποίησης» έχει καταλάβει δεσπόζουσα θέση στον ακαδημαϊκό χώρο και στα κοινωνικά κινήματα, παρουσιαζόμενος ως μια νέα, ριζοσπαστική γλώσσα χειραφέτησης. Η απήχησή του είναι αδιαμφισβήτητη. Προσφέροντας ένα πλαίσιο για την κριτική της αποκαλούμενης «λευκής», «δυτικής» ματιάς ως οικουμενικού τρόπου ερμηνείας του κόσμου, το ρεύμα αυτό ασκεί μια ισχυρή γοητεία. Η ρηματική του εκδοχή, το «αποαποικιοποιήστε» (decolonize), έχει μετατραπεί σε μια λέξη-πασπαρτού, ικανή να εφαρμοστεί σε κάθε πεδίο, από τα πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών και τα μουσεία μέχρι τις διατροφικές συνήθειες και τις προσωπικές σχέσεις, υποσχόμενη την εξάλειψη των καταπιεστικών δομών που κληροδότησε η αποικιοκρατία.

Είναι, ωστόσο, κρίσιμο να διευκρινιστεί ευθύς εξαρχής ότι η έννοια της «αποαποικιοποίησης» που εξετάζεται εδώ δεν ταυτίζεται με την ιστορική, πολιτική και στρατιωτική διαδικασία της διάλυσης των αποικιακών αυτοκρατοριών. Εκείνος ο ιστορικός κύκλος, που περιλάμβανε εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες και κατέληξε στην τυπική ανεξαρτησία των πρώην αποικιών ως έθνων-κρατών, είχε εν πολλοίς ολοκληρωθεί μέχρι τη δεκαετία του 1970. Αντιθέτως, η σύγχρονη χρήση του όρου έχει προσλάβει ένα σχεδόν αποκλειστικά μεταφορικό, πολιτισμικό και επιστημολογικό νόημα, το οποίο και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας κριτικής.

Η άνοδος αυτής της θεωρίας δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκομμένη από το ευρύτερο ιστορικό της πλαίσιο. Η επικράτησή της συμπίπτει χρονικά και συνδέεται αιτιακά με την αδυναμία και την υποχώρηση των προλεταριακών αγώνων και κινημάτων σε ολόκληρη σχεδόν την υφήλιο. Η αποδυνάμωση της προλεταριακής θεωρητικής και έμπρακτης κριτικής συνοδεύτηκε από την ενίσχυση των γεωπολιτικών, εθνοπολιτισμικών, ανορθολογικών και ταυτοτικών πολιτικών τάσεων και θεωρήσεων, οι οποίες ήταν ήδη υπαρκτές εντός των κοινωνικών αγώνων. Η αποαποικιακή θεωρία, ως η κατεξοχήν έκφραση αυτής της «εθνοπολιτισμικής στροφής» εντός της αριστεράς και του αντιεξουσιαστικού χώρου, δεν αποτελεί απλώς μια νέα ακαδημαϊκή μόδα, αλλά ένα σύμπτωμα μιας βαθύτερης πολιτικής ήττας. Η εννοιολογική της συγκρότηση εντοπίζεται στην «πολιτισμική στροφή» (cultural turn) που σάρωσε τις κοινωνικές επιστήμες από τη δεκαετία του 1970 και έπειτα, μια στροφή που ήταν η ίδια η θεωρητική έκφραση της υποχώρησης του παλιού εργατικού κινήματος.

Αυτή η μετατόπιση από τις κοινωνικές σχέσεις (ανα)παραγωγής στην κουλτούρα και τα συστήματα γνώσης ως διαχωρισμένες σφαίρες συνιστά τον πυρήνα της κριτικής που θα αναπτυχθεί στην παρούσα εισήγηση. Η αποαποικιακή θεωρία εγκαταλείπει ρητά την κριτική της καπιταλιστικής καθολικότητας και αντικαθιστά την ταξική πάλη –τη βασική κινητήρια δύναμη της ιστορικής αλλαγής που αναδύεται μέσα από τις αντιφάσεις του ίδιου του καπιταλισμού– με μια «εξωτερική ώθηση» από υποκείμενα που ορίζονται πολιτισμικά και γεωγραφικά. Στη διαδικασία αυτή, εφαρμόζει άκαμπτα αναλυτικά δίπολα (Δύση/μη-Δύση, λευκότητα/μη-λευκότητα) που απλοποιούν σύνθετες κοινωνικές πραγματικότητες και καταλήγουν σε αντιδραστικές θέσεις.

Με αφετηρία τις κριτικές αναλύσεις του Νιλ Λάρσεν και του Ρος Γουλφ, θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στα κρίσιμα ερωτήματα που έθεσαν οι συντρόφισσες και οι σύντροφοι από το revdef. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως παρά τη ριζοσπαστική της αυτοπαρουσίαση, η αποαποικιακή στροφή έχει αρνητικές συνέπειες από τη σκοπιά της ανάπτυξης του ανταγωνιστικού κινήματος ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος και οδηγεί σε αντιδραστικές πολιτικές ατραπούς.

Μέρος Ι: Η κριτική του Νιλ Λάρσεν στην «Αργκό της Αποαποικιακότητας»

Στον πυρήνα της μαρξιστικής κριτικής της αποαποικιακής θεωρίας, όπως αυτή εκφράζεται εμφατικά στο έργο του Νιλ Λάρσεν, βρίσκεται η διαπίστωση μιας θεμελιώδους υποβάθμισης: η αντικατάσταση της ανάλυσης του καπιταλισμού ως κυρίαρχου τρόπου παραγωγής από την περιγραφή του ως ενός πολιτισμικού εγχειρήματος. Η ανάλυση του Λάρσεν, εμπνευσμένη από το έργο του Αντόρνο, Η Αργκό της Αυθεντικότητας, εστιάζει στον κύριο εκπρόσωπο του ρεύματος, τον Βάλτερ Μινιόλο, και αποδομεί τη θεωρητική του αρχιτεκτονική, αποκαλύπτοντας πώς αυτή υπάγει τις κοινωνικές και ταξικές σχέσεις στις πολιτισμικές και εθνοτικές ιεραρχίες και διαφορές.

Η «αποικιακή μήτρα της εξουσίας» και η αποϊστορικοποίηση της αποικιοκρατίας

Κεντρική έννοια στη σκέψη του Μινιόλο είναι η «αποικιακή μήτρα της εξουσίας» (ΑΜΕ), μια δομή που υποτίθεται ότι εγκαθιδρύθηκε τον 16ο αιώνα και παραμένει αναλλοίωτη μέχρι σήμερα, διέποντας κάθε πτυχή της νεωτερικότητας. Σύμφωνα με αυτή την οπτική, ο καπιταλισμός δεν είναι παρά μία από τις εκφάνσεις αυτής της μήτρας, η οποία έχει ως πρωταρχικό της στοιχείο τη φυλετική ιεράρχηση του παγκόσμιου πληθυσμού (λευκοί/ευρωπαίοι και μη). Η αποικιοκρατία, συνεπώς, δεν αποτελεί μια ιστορικά προσδιορισμένη φάση της καπιταλιστικής πρωταρχικής συσσώρευσης, αλλά μια διαχρονική, σχεδόν μεταφυσική, οντολογική συνθήκη που ορίζει τη νεωτερικότητα καθ’ ολοκληρίαν.

Αυτή η κίνηση έχει δύο καταστροφικές συνέπειες. Πρώτον, αποϊστορικοποιεί την ίδια την αποικιοκρατία. Τη μετατρέπει από μια συγκεκριμένη, βίαιη διαδικασία ενσωμάτωσης προκαπιταλιστικών κοινωνιών στην παγκόσμια αγορά και πρωταρχικής συσσώρευσης, σε μια στατική, αιώνια δομή κυριαρχίας. Αυτό καθιστά αδύνατη την ουσιαστική αποτίμηση των πραγματικών αντιαποικιακών αγώνων του 20ού αιώνα και των αποτελεσμάτων τους, καθώς, σύμφωνα με τη λογική της ΑΜΕ, τίποτα δεν άλλαξε ουσιαστικά με την τυπική αποαποικιοποίηση. Δεύτερον, ο ίδιος ο καπιταλισμός περνάει στη σφαίρα της κουλτούρας. Δεν αναλύεται πλέον με όρους εκμετάλλευσης της εργασίας και συσσώρευσης κεφαλαίου, αλλά ως μια πολιτισμική επιβολή, ως «εκδυτικοποίηση» (Westernization). Η κριτική δεν στρέφεται πλέον ενάντια στις σχέσεις παραγωγής, αλλά ενάντια στην «ευρωκεντρική γνώση». Αυτή η μετατόπιση από τις υλικές και κοινωνικές σχέσεις και συνθήκες, από την κριτική της πολιτικής οικονομίας και των πολιτικών και ιδεολογικών μορφών του κεφαλαίου, στον κουλτουραλισμό και τη σφαίρα της «γνώσης/εξουσίας» αποτελεί κεντρικό χαρακτηριστικό της αποαποικιακής σκέψης.

Η αργκό ως κάλυψη του πραγματολογικού ελλείμματος

Ο Λάρσεν επισημαίνει ότι αυτή η θεωρητική απογύμνωση από την υλική πραγματικότητα καλύπτεται από μια «αδιαπέραστη αργκό». Όροι όπως «αποδυτικοποίηση» (de-Westernization), «επαναδυτικοποίηση» (re-Westernization), «γνωσιολογική ανυπακοή» (epistemic disobedience) και «συνοριακή σκέψη» (border thinking) δημιουργούν ένα κλειστό, αυτοαναφορικό σύστημα που παράγει την εντύπωση θεωρητικού βάθους, ενώ στην πραγματικότητα συσκοτίζουν την ανάλυση. Η γλώσσα αυτή λειτουργεί σχεδόν τελετουργικά, με έναν ατελείωτο βρόχο αυτο-επαναλαμβανόμενων φράσεων που παρωδούν ένα γνήσιο θεωρητικό σύστημα. Η επίκληση της «γνώσης της καθημερινής ζωής σε κοινότητες για τις οποίες η ακαδημαϊκή γνώση είναι απολύτως άσχετη»  γίνεται ένα ρητορικό τέχνασμα για να θωρακιστεί η θεωρία από την κριτική, ενώ παραμένει ένας λόγος βαθιά ακαδημαϊκός και απρόσιτος σε αυτές ακριβώς τις κοινότητες.

Από την ταξική πάλη στη γεωπολιτική του Καρλ Σμιτ

Η πιο αποκαλυπτική, ωστόσο, πτυχή της κριτικής του Λάρσεν αφορά την απροσδόκητη αλλά λογικά αναγκαία σύνδεση της σκέψης του Μινιόλο με τον ναζιστή νομικό και πολιτικό θεωρητικό Καρλ Σμιτ. Ο Μινιόλο υιοθετεί ανοιχτά την έννοια του Σμιτ για τον «Νόμο της Γης». Για τον Σμιτ, ο «Νόμος της Γης» είναι η θεμελιώδης πράξη χωρικής οργάνωσης και οικειοποίησης της γης που προηγείται κάθε δικαίου. Είναι η συγκεκριμένη τάξη που βασίζεται στη διάκριση φίλου-εχθρού και στην κυριαρχία επί ενός συγκεκριμένου χώρου, απορρίπτοντας κάθε αφηρημένη, οικουμενική νομική αρχή.

Ο Μινιόλο, διαβάζοντας τον Σμιτ, ανακηρύσσει την «αποαποικιακότητα» ως τον «Τρίτο Νόμο της Γης». Αυτή η κίνηση δεν είναι αθώα. Μετατρέπει ένα αίτημα για χειραφέτηση σε ένα σχέδιο για μια νέα γεωπολιτική διαίρεση του κόσμου. Η «αποδυτικοποίηση» ταυτίζεται με την άνοδο ενός πολυπολικού κόσμου, όπου «πολιτισμικά» έθνη-κράτη όπως η Κίνα, η Ρωσία και το Ιράν (που ο Μινιόλο ομαδοποιεί στο ακρωνύμιο CRI) παρουσιάζονται ως οι πρωταγωνιστές αυτής της νέας τάξης. Η εγκατάλειψη της ταξικής ανάλυσης ως οικουμενικής διαδικασίας οδηγεί αναπόφευκτα στην υιοθέτηση ενός γεωπολιτικού πλαισίου, όπου η σύγκρουση δεν είναι πλέον μεταξύ τάξεων σε παγκόσμιο επίπεδο, αλλά μεταξύ πολιτισμικών-κρατικών μπλοκ που ανταγωνίζονται για την ηγεμονία. Η δομική συγγένεια μεταξύ των δύο θεωρητικών είναι σαφής: τόσο ο Σμιτ όσο και ο Μινιόλο απορρίπτουν μια οικουμενική αρχή για τον κοινωνικό μετασχηματισμό μέσα στην παγκόσμια ιστορία (όπως η ταξική πάλη) και την αντικαθιστούν με μια αρχή που βασίζεται στον γεωγραφικό διαχωρισμό και την υπαρξιακή σύγκρουση μεταξύ διακριτών οντοτήτων, που στην περίπτωση της αποαποικιακής θεωρίας είναι πολιτισμικά προσδιορισμένες (φίλος/εχθρός για τον Σμιτ, Δύση/μη-Δύση για τον Μινιόλο). Έτσι, ο αγώνας κατά του ιμπεριαλισμού εκτρέπεται σε υποστήριξη του ενός ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου έναντι του άλλου, στο όνομα της πολιτισμικής διαφοράς.

Η επικινδυνότητα και η πολιτική ευελιξία αυτού του γεωπολιτικού πλαισίου γίνεται απόλυτα σαφής σε πιο πρόσφατες συγκρούσεις. Ενώ παραδοσιακά τα βέλη της κριτικής στρέφονται κατά της «Δύσης», το ίδιο αποαποικιακό πλαίσιο μπορεί εύκολα να αντιστραφεί. Στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία, για παράδειγμα, ορισμένοι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας παρουσίασαν τη Ρωσία ως την αποικιακή δύναμη και την Ουκρανία ως το υποκείμενο του αντιαποικιακού αγώνα. Έτσι αναδεικνύεται η εγκατάλειψη μιας συνεκτικής, υλιστικής ανάλυσης του ιμπεριαλισμού ως παγκόσμιου καπιταλιστικού φαινομένου. Αντί να αναλύεται ο ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών ιμπεριαλιστικών πόλων, η σύγκρουση ανάγεται σε μια ηθικοπλαστική αφήγηση περί των «αποικιοκρατών» που καταπιέζουν τους «αποικιοκρατούμενους». Με αυτόν τον τρόπο, η κριτική καταλήγει να υποστηρίζει όποιο κράτος θεωρείται σε κάθε περίπτωση αποικιακά υποτελές (λ.χ. την Ουκρανία) και, κατ’ επέκταση, το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο που το στηρίζει, αγνοώντας πλήρως τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της σύγκρουσης και τον ρόλο όλων των εμπλεκόμενων δυνάμεων στη διαιώνιση της καπιταλιστικής κυριαρχίας

Μέρος ΙΙ: Η παραποίηση της διαλεκτικής

Εάν η κριτική του Λάρσεν αποκαλύπτει τις πολιτικές συνέπειες της «πολιτισμικής στροφής», η ανάλυση του Ρος Γουλφ στο κείμενό του «Διαλεκτική και διαφορά» διεισδύει στον φιλοσοφικό πυρήνα της αποαποικιακής θεωρίας, εξετάζοντας την προσπάθεια «αποαποικιοποίησης της διαλεκτικής», όπως αυτή εκφράζεται κυρίως από τον Τζορτζ Τσικαριέλο-Μάχερ. Ο Γουλφ υποστηρίζει ότι αυτή η προσπάθεια δεν αποτελεί διόρθωση ή εμπλουτισμό της μαρξιστικής μεθόδου, αλλά μια ολοκληρωτική εγκατάλειψη των θεμελιωδών της αρχών, με αποτέλεσμα να απομένει από τη διαλεκτική μόνο το όνομά της.

Η απόρριψη της ολότητας και της εμμένειας

Στο επίκεντρο της κριτικής του Γουλφ βρίσκεται η διαπίστωση ότι η «αποαποικιακή διαλεκτική» του Τσικαριέλο-Μάχερ απορρίπτει τρεις ακρογωνιαίους λίθους της εγελιανής και μαρξιστικής παράδοσης: την ολότητα (totality), την αμοιβαία διαμεσολάβηση (mutual mediation) και την εμμενή κριτική (immanent critique). Η κατηγορία της ολότητας –η αντίληψη δηλαδή ότι ο καπιταλισμός αποτελεί ένα ενιαίο, παγκόσμιο και ολοκληρωμένο σύστημα όπου τα μέρη (οικονομία, πολιτική, ιδεολογία) συνδέονται και αλληλοκαθορίζονται– απορρίπτεται ως «ευρωκεντρική» και «ιμπεριαλιστική». Στη θέση της προτείνεται μια εικόνα αποσπασματικών, πολλαπλών και τοπικών διαλεκτικών, μια πολλαπλότητα θέσεων-υποκειμένων που βρίσκονται σε διάφορους βαθμούς «έξω από το σύστημα».

Παράλληλα, εγκαταλείπεται η έννοια της αμοιβαίας διαμεσολάβησης, σύμφωνα με την οποία οι κοινωνικές κατηγορίες δεν υπάρχουν ως αυθύπαρκτες οντότητες που αλληλεπιδρούν εξωτερικά παραμένοντας κατά τα λοιπά αμετάβλητες αλλά ορίζονται η μία μέσα από την άλλη, σε μια σχέση αμοιβαίας συγκρότησης. Οι αντίπαλες κοινωνικές τάξεις, για παράδειγμα, δεν είναι δύο ανεξάρτητες ομάδες που συγκρούονται. Η μία αποτελεί την αναγκαία συνθήκη ύπαρξης της άλλης· η ταυτότητά τους σφυρηλατείται μέσα στην ίδια την αντιφατική σχέση που τις συνδέει. Απορρίπτοντας αυτή την έννοια, η αποαποικιακή οπτική παρουσιάζει την εικόνα μιας σύγκρουσης μεταξύ δύο μερών που παραμένουν εξωτερικά το ένα προς το άλλο («Δύση»-«μη-Δύση», «αποικιακές αυτοκρατορίες» και «εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα»), σαν το περιεχόμενό τους να προϋπάρχει και να διαμορφώνεται σε έναν χώρο έξω από την ιστορική κίνηση των καπιταλιστικών σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτή η απόρριψη της ολότητας και της αμοιβαίας διαμεσολάβησης έχει μια αναπόφευκτη συνέπεια: την εγκατάλειψη της έννοιας της εμμένειας. Στην κλασική διαλεκτική, η κίνηση της ιστορίας και η δυνατότητα της επανάστασης πηγάζουν εσωτερικά από τις αντιφάσεις που ενυπάρχουν στην ίδια την κοινωνική ολότητα. Η υπέρβαση του καπιταλισμού είναι μια δυνατότητα που γεννιέται μέσα από την ίδια την ανάπτυξή του, μέσα από την ταξική πάλη μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Αντιθέτως, στην οπτική του Τσικαριέλο-Μάχερ, εφόσον δεν υπάρχει μια ενιαία ολότητα με εσωτερικές αντιφάσεις, η ώθηση για την αλλαγή δεν μπορεί παρά να προέλθει «απ’ έξω». Η πρόοδος εξαρτάται από μια «έκκληση στην εξωτερικότητα» και στην «αποικιακή διαφορά» που υπερβαίνει μια εσωτερικά διαλεκτική σχέση. Το επαναστατικό γεγονός δεν είναι η ωρίμανση και επίλυση των εσωτερικών αντιφάσεων του συστήματος, αλλά μια εξωτερική επίθεση από υποκείμενα (φυλετικοποιημένα, αποικιοκρατούμενα) που τοποθετούνται οντολογικά εκτός της ολότητας.

Αυτή η θεωρητική κατασκευή δεν συνιστά απλώς μια φιλοσοφική διαφωνία. Αποτελεί θεμελιώδη άρνηση της πραγματικότητας του καπιταλισμού. Η δύναμη του κεφαλαίου έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του να ενσωματώνει και να υπάγει τα πάντα στην αυτοαξιοποίησή του και στη λογική του, να μην αφήνει κανένα πραγματικό «έξω». Η άρνηση της κατηγορίας της ολότητας, στο όνομα του σεβασμού της «διαφοράς», έχει ως παράδοξο αποτέλεσμα να αφήνει τον καπιταλισμό ως σύστημα στο απυρόβλητο. Η κριτική μπορεί να εστιάσει σε επιμέρους εκφάνσεις καταπίεσης, αλλά ο συνεκτικός δεσμός που τις παράγει και τις αναπαράγει –η καθολική κυριαρχία του κεφαλαίου σε όλες του τις μορφές– παραμένει αόρατος και ανέγγιχτος.

Από το προλεταριάτο στον «λαό», από τον Μαρξ στον Σορέλ

Η μετατόπιση από την εμμένεια στην εξωτερικότητα οδηγεί αναπόφευκτα στην αντικατάσταση του επαναστατικού υποκειμένου. Το προλεταριάτο, ως η οικουμενική τάξη που η ίδια της η ύπαρξη εντός του καπιταλισμού δημιουργεί τη δυνατότητα της υπέρβασής του, αντικαθίσταται από τη διαταξική έννοια του «λαού» (pueblo), έναν συνασπισμό ταυτοτήτων όπου η τάξη είναι απλώς μία παράμετρος δίπλα στη φυλή, το φύλο και το έθνος. Αυτή η λαϊκιστική στροφή επιτρέπει στον Τσικαριέλο-Μάχερ να αναβαπτίσει τον εθνικισμό και την παραδοσιοκρατία, θεωρώντας τα «όπλα των οποίων το νόημα φαίνεται να αλλάζει ανάλογα με το ποιος τα χειρίζεται».

Εδώ αποκαλύπτεται η βαθιά συγγένεια της σκέψης του με τον Ζωρζ Σορέλ, μια συγγένεια που ο ίδιος ο Τσικαριέλο-Μάχερ επικαλείται. Ο Σορέλ, γνωστός για την κριτική του στον ορθολογισμό και τον ιστορικό ντετερμινισμό, υποστήριζε ότι η επαναστατική δράση δεν πηγάζει από την ορθολογική κατανόηση των υλικών αντιφάσεων, αλλά από τη δύναμη του «μύθου» – μιας εικόνας (όπως η γενική απεργία) που κινητοποιεί τις μάζες σε ηθικό και συναισθηματικό επίπεδο. Για τον Σορέλ, η σχέση μεταξύ των τάξεων δεν είναι διαλεκτική, αλλά μια σχέση απόλυτης ασυμμετρίας και ασυμβατότητας, στα όρια της «μη-σχέσης».

Αυτή ακριβώς η σορελιανή λογική της απόλυτης εξωτερικότητας και της ανορθολογικής συγκρότησης του συλλογικού υποκειμένου υιοθετείται από την «αποαποικιακή διαλεκτική». Η επαναστατική ρήξη δεν είναι το αποτέλεσμα μιας διαλεκτικής διαδικασίας, αλλά μια πράξη βούλησης που πηγάζει από μια ηθικά ανώτερη, εξωτερική δύναμη.

Αυτή η θεωρητική γραμμή έρχεται σε πλήρη αντίθεση ακόμα και με την παράδοση του αντιαποικιακού μαρξισμού. Στοχαστές όπως ο José Carlos Mariátegui, ο C. L. R. James ή ακόμα και ο Frantz Fanon (παρά τα όποια προβλήματα είχαν οι θεωρήσεις τους), επέμεναν ότι ο καπιταλισμός είναι ένα παγκόσμιο σύστημα και η απελευθέρωση απαιτεί τη δράση του παγκόσμιου προλεταριάτου, που δρα εντός αυτής της ολότητας. Δεν αναζήτησαν μια μυθική εξωτερικότητα, αλλά τις συγκεκριμένες αντιφάσεις που ο ιμπεριαλισμός γεννούσε τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια, συνδέοντας την εθνική απελευθέρωση με την προοπτική της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η αποαποικιακή στροφή, αντίθετα, διαρρηγνύει αυτόν τον δεσμό, οδηγώντας σε μια πολιτική που, στο όνομα της διαφοράς, αγκαλιάζει τον λαϊκισμό και τον εθνικισμό.

Μέρος ΙΙΙ: Πολιτικές συνέπειες και θεωρητικές συγγένειες: Από τον αντι-ιμπεριαλισμό στον εθνοπολιτισμικό λαϊκισμό

Η απομάκρυνση της αποαποικιακής θεωρίας από τις υλιστικές και διαλεκτικές αρχές της μαρξικής κριτικής θεωρίας δεν συνιστά μια απλή ακαδημαϊκή διαμάχη. Έχει βαθιές πολιτικές συνέπειες, αναδιαμορφώνοντας την ίδια την έννοια του αγώνα εναντίον της καπιταλιστικής κυριαρχίας, συμπεριλαμβανομένου του ιμπεριαλισμού, και αποκαλύπτοντας εκλεκτικές θεωρητικές συγγένειες με ανορθολογικά και λαϊκιστικά ρεύματα.

Η μετάβαση από τη θεωρία της εξάρτησης στην αποαποικιακή ιδεολογία

Η αποαποικιακή θεωρία συχνά παρουσιάζεται ως ο διάδοχος της θεωρίας της εξάρτησης, η οποία αναπτύχθηκε στη Λατινική Αμερική τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι παραπλανητικός καθώς αποκρύπτει μια θεμελιώδη ρήξη που αντανακλά μια ευρύτερη μετατόπιση από τον ιστορικό υλισμό στον πολιτισμικό σχετικισμό. Οι θεωρίες της εξάρτησης παραμένουν εντός του πλαισίου της πολιτικής οικονομίας. Εστιάζουν στους υποτιθέμενους υλικούς μηχανισμούς της άνισης ανταλλαγής και της μεταφοράς υπεραξίας από την «περιφέρεια» στο «κέντρο», αναλύοντας πώς η δομή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας αναπαρήγαγε ενεργά την «υπανάπτυξη». Η κριτική τους ήταν στραμμένη πρωτίστως στις οικονομικές σχέσεις, ακόμα κι αν ήταν λανθασμένη.

Η αποαποικιακή σκέψη, αντίθετα, πραγματοποιεί μια αποφασιστική στροφή από το οικονομικό στο πολιτισμικό και το επιστημολογικό. Η πρωταρχική δομή της κυριαρχίας δεν είναι πλέον η οικονομική εκμετάλλευση, αλλά η «αποικιακή μήτρα της εξουσίας» και της γνώσης – η επιβολή, δηλαδή, μιας ευρωκεντρικής κοσμοθεωρίας που υποτιμά και εξαλείφει τις τοπικές γνώσεις. Το πρόβλημα δεν είναι ο καπιταλισμός ως τρόπος παραγωγής, όσο η «νεωτερικότητα/αποικιακότητα» ως ένα ενιαίο πολιτισμικό-επιστημολογικό σύμπλεγμα. Αυτή η μετατόπιση από την υλιστική ανάλυση σε μια ιδεαλιστική κριτική της γνώσης είναι αυτό που διακρίνει ριζικά τα δύο ρεύματα.

Παρά αυτή τη θεμελιώδη διαφορά είναι σημαντικό να εξεταστεί και η συνάφεια μεταξύ της θεωρίας της εξάρτησης και της αποαποικιακής θεωρίας: και οι δύο αντικαθιστούν την τάξη ως φορέα του αγώνα με τον λαό και το έθνος και προωθούν τη δημιουργία διαταξικών μετώπων των προλεταριακών πληθυσμών με μια «εθνικολαϊκή» στρατιωτικογραφειοκρατική ελίτ και, ευρύτερα, με την αποαποικιακή, «αντι-ιμπεριαλιστική» μερίδα της αστικής τάξης, καταρχάς στις χώρες της Ανατολής και του Νότου, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις έννοιες με έναν αποκλειστικά γεωγραφικό τρόπο, αλλά και ευρύτερα.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι ο αντι-ιμπεριαλισμός του ίδιου του Λένιν διατηρούσε το παγκόσμιο προλεταριάτο ως υποκείμενο του αγώνα και της επαναστατικής αλλαγής. Όπως ο ίδιος σημείωνε: «Η διαλεκτική της ιστορίας είναι τέτοια που τα μικρά έθνη, ανίσχυρα σαν αυτοτελής παράγοντας στην πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, παίζουν τον ρόλο φυραμάτων, τον ρόλο βακτηριδίων που βοηθούν να εμφανιστεί στη σκηνή η πραγματική αντι-ιμπεριαλιστική δύναμη, το σοσιαλιστικό προλεταριάτο». Ωστόσο, στο ίδιο ακριβώς κείμενο που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 1916 επιτίθεται στην κριτική που ασκήθηκε από διεθνιστές ενάντια στην ιρλανδική εξέγερση του 1916 ως «εθνικιστικό, καθαρά μικροαστικό κίνημα των πόλεων που δεν άξιζε πολλά από κοινωνική άποψη». Το περιεχόμενο της πολεμικής του είναι ότι η κοινωνική επανάσταση απαιτεί την εξέγερση των μικροαστών και των «καθυστερημένων» μαζών, τις οποίες θα εκμεταλλευτεί «η συνειδητή εμπροσθοφυλακή…, το πρωτοπόρο προλεταριάτο», δηλαδή το κόμμα, για να κατακτήσει την εξουσία, όπως ακριβώς το κάνουν «τα γενικά επιτελεία στον πόλεμο» που «προσπαθούν να εκμεταλλευτούν προσεκτικά κάθε εθνικό… κίνημα στο στρατόπεδο των αντιπάλων τους», αφού δεν υπάρχει «“καθαρή” κοινωνική επανάσταση». (Λένιν, Άπαντα τ. 30, σ. 52-58).

Αυτή η εκτίμηση του Λένιν προκύπτει από τον στρεβλό και από τα επάνω τρόπο που συλλαμβάνει την κοινωνική επανάσταση, ως κατάκτηση της κρατικής εξουσίας από το κόμμα. Στην περίπτωση των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών το κόμμα θα διαχειριστεί εν τέλει απλώς την ήδη κοινωνικοποιημένη παραγωγή από τον καπιταλισμό που έχει ήδη φτάσει στο κρατικομονοπωλιακό του στάδιο, χωρίς κανέναν μετασχηματισμό της αλλοτριωμένης και διαχωρισμένης εργασίας και, συνεπώς, χωρίς καμιά κριτική της καπιταλιστικής επιστήμης, αντιθέτως με εφαρμογή του τεηλορισμού και του one man management. Στην περίπτωση των αποικιών και των υπανάπτυκτων καπιταλιστικών χωρών, το κόμμα θα επιβάλει μια αναπτυξιακή δικτατορία που θα επιφέρει την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την ολοκλήρωση της πρωταρχικής συσσώρευσης. Από εδώ η απόσταση μέχρι τον «σοσιαλισμό σε μία μόνο χώρα» του σταλινισμού και τη «συμμαχία με τα προοδευτικά κομμάτια της αστικής τάξης» του τριτοκοσμισμού είναι πάρα πολύ μικρή.

Η αποτυχία των αντιαποικιακών αγώνων να επιφέρουν οποιαδήποτε κοινωνική χειραφέτηση και, συχνά, οποιαδήποτε οικονομική βελτίωση στα «απελευθερωμένα» έθνη-κράτη μετά την αποαποικιοποίηση που, εν πολλοίς, ολοκληρώθηκε ως ιστορική διαδικασία ήδη τη δεκαετία του 1970, ερμηνεύτηκε από τους θιασώτες της αποαποικιακής θεωρίας και τους κριτικούς του οριενταλισμού ως αποτέλεσμα της αναπαραγωγής του «δυτικού συστήματος γνώσης/εξουσίας» και των φυλετικών και πολιτισμικών ιεραρχιών που αυτό εμπεριέχει. Μια τέτοια ερμηνεία, όμως, είναι βαθιά εσφαλμένη, καθώς μεταθέτει το βάρος από τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής και εκμετάλλευσης σε ένα αφηρημένο επίπεδο «γνωσιολογικών καθεστώτων». Έτσι, παραβλέπεται το γεγονός ότι η διατήρηση της ανισόμετρης ανάπτυξης πηγάζει από τη δομική ένταξη κάθε έθνους-κράτους στον παγκόσμιο καπιταλισμό: στο ιεραρχημένο σύστημα κρατών και στην παγκόσμια αγορά και όχι από την κυριαρχία ενός ευρωκεντρικού τρόπου σκέψης. Με τον τρόπο αυτό, η αποαποικιακή θεωρία διολισθαίνει σε έναν πολιτισμικό σχετικισμό που αποσιωπά την πραγματική ταξική και καπιταλιστική δυναμική και εγκλωβίζει το προλεταριάτο σε εθνικολαϊκές στρατηγικές υπό την ηγεμονία αστικών/γραφειοκρατικών ελίτ.

Θεωρητικό Πλαίσιο Πρωταρχική Αντίφαση Κύριο Αναλυτικό Επίκεντρο Υποκείμενο της Ιστορίας Θέση για τη Νεωτερικότητα /Διαφωτισμό Πολιτικός Στόχος
Μαρξική κριτική Κεφάλαιο έναντι Εργασίας Καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής Το διεθνές προλεταριάτο Αντιφατική: Παρέχει εργαλεία για οικουμενική κριτική (επιστήμη, διαλεκτική) ενώ υπηρετεί αστικά συμφέροντα Παγκόσμια κομμουνιστική επανάσταση, αταξική κοινωνία
Αντι-ιμπεριαλισμός Κεφάλαιο έναντι Εργασίας

Μονοπωλιακή σύγκρουση

Ιμπεριαλισμός ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού

Κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός

Το τυπικό κομμουνιστικό κόμμα (διανοούμενοι-εργατική ηγεσία) Μη κριτική αντίληψη για την αστική επιστήμη (τεηλορισμός, επιστημονικό μάνατζμεντ κ.λπ.) Δικτατορία του προλεταριάτου, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και μαρασμός του κράτους στο μέλλον
Θεωρία της εξάρτησης Κέντρο έναντι Περιφέρειας Άνιση οικονομική ανταλλαγή, δομές παγκόσμιου εμπορίου και χρηματοπιστωτικού συστήματος Εθνικές αστικές τάξεις/κράτη στην περιφέρεια που επιδιώκουν αυτόνομη ανάπτυξη Ένα ελαττωματικό, εξωτερικά επιβεβλημένο μοντέλο που δημιουργεί υπανάπτυξη Εθνική βιομηχανική ανάπτυξη, αποσύνδεση από την παγκόσμια αγορά, σοσιαλισμός
Αποαποικιακή θεωρία Δύση vs. Οι Υπόλοιποι (αποικιακή διαφορά) Επιστημολογία, πολιτισμός, γνώση («Αποικιακή Μήτρα της Εξουσίας»). Αποικιοκρατούμενα/φυλετικοποιημένα υποκείμενα, αυτόχθονες λαοί, φορείς «τοπικής γνώσης» Εγγενώς αποικιακή και καταπιεστική. Οι οικουμενικές της αξιώσεις είναι εργαλείο κυριαρχίας. «Γνωσιολογική αποσύνδεση», «πολυκαθολικότητα» (pluriversality), απο-δυτικοποίηση

Η σορελιανή λογική: Μύθος, βία και η σύγκλιση αριστεράς-δεξιάς

Η παρατήρηση ότι η αποαποικιακή θεωρία μοιράζεται μια κοινή λογική με τον μεταφασιστικό ακροδεξιό εθνοπολιτισμικό λαϊκισμό βρίσκει τη θεωρητική της θεμελίωση στη σχέση της με τη σκέψη του Σορέλ. Όπως προαναφέραμε, ο Σορέλ, απορρίπτοντας τον μαρξιστικό ιστορικό υλισμό ως ντετερμινιστικό και ορθολογιστικό, έδωσε έμφαση στην ανορθολογική συγκρότηση των πολιτικών υποκειμένων. Για αυτόν, οι μάζες δεν κινητοποιούνται από την επιστημονική ανάλυση των κοινωνικών συνθηκών, αλλά από τη δύναμη του «μύθου» – μιας συλλογικής, συναισθηματικά φορτισμένης εικόνας του μέλλοντος που εμπνέει ηρωισμό και αυτοθυσία. Η βία, σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς ένα πολιτικό εργαλείο, αλλά μια ηθική, αναγεννητική δύναμη που καθαρίζει την κοινωνία από την αστική παρακμή. Αυτή η σορελιανή δομή σκέψης είναι εμφανής στην αποαποικιακή προσέγγιση. Η «αποικιακή διαφορά» λειτουργεί ως ο θεμελιώδης μύθος που συγκροτεί το συλλογικό υποκείμενο, όχι στη βάση των κοινών υλικών του συμφερόντων (ως τάξη), αλλά στη βάση μιας κοινής πολιτισμικής-υπαρξιακής εμπειρίας καταπίεσης. Η σχέση με τον «αποικιοκράτη» δεν είναι μια διαλεκτική σχέση εσωτερικής αντίφασης, αλλά μια σχέση απόλυτης εξωτερικότητας και ασυμβατότητας, όπως ακριβώς την περιέγραφε ο Σορέλ για τις τάξεις. Ο εθνικισμός, ο λαϊκισμός και η παραδοσιοκρατία, που ο Τσικαριέλο-Μάχερ αντιμετωπίζει ως εύπλαστα «όπλα», αντλούν τη δύναμή τους ακριβώς από την ικανότητά τους να λειτουργούν ως κινητοποιητικοί μύθοι, ανεξάρτητα από το ορθολογικό ή υλικό τους περιεχόμενο.

Αυτή η αντικατάσταση του προλεταριάτου από τον διαταξικό «λαό» και η αναβάπτιση του εθνικισμού και της παραδοσιοκρατίας ως πιθανών «όπλων» ανοίγει τον δρόμο για τη στήριξη πολιτικών δυνάμεων που είναι εχθρικές προς κάθε χειραφετητικό πρόταγμα. Όταν η πρωταρχική σύγκρουση ορίζεται ως ένας πολιτισμικός πόλεμος μεταξύ «Δύσης και Υπολοίπων», τότε οποιαδήποτε δύναμη αντιτίθεται στη «Δύση» μπορεί να θεωρηθεί προοδευτική, ανεξάρτητα από τον ταξικό και πολιτικό της χαρακτήρα.

Έτσι, αντιδραστικά κινήματα, από εθνικιστικές ομάδες μέχρι φονταμενταλιστές ισλαμιστές στη Μέση Ανατολή και την Αφρική, παρουσιάζονται ως φορείς μιας αυθεντικής, «τοπικής γνώσης» που αντιστέκεται στην πολιτισμική επιβολή της «αποικιακής μήτρας της εξουσίας». Η ταξική εκμετάλλευση και η κοινωνική καταπίεση που ασκούν αυτές οι δυνάμεις στο εσωτερικό των κοινωνιών τους παραβλέπονται ή δικαιολογούνται στο όνομα ενός ευρύτερου αντι-δυτικού αγώνα. Ο αγώνας κατά του ιμπεριαλισμού εκτρέπεται έτσι σε μια άνευ όρων υποστήριξη αυταρχικών καθεστώτων και κινημάτων, αρκεί αυτά να τοποθετούνται γεωπολιτικά στο «σωστό» στρατόπεδο.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημείο σύγκλισης με τη σύγχρονη ακροδεξιά. Και αυτή απορρίπτει τις οικουμενικές αρχές του Διαφωτισμού, και αυτή αντιπαραθέτει την οργανική, πολιτισμική κοινότητα του «λαού» στον αφηρημένο, κοσμοπολίτη «άλλο», και αυτή βασίζεται στην κινητοποίηση μέσω του εθνικού μύθου και της επίκλησης στην παράδοση. Όταν η πολιτική εγκαταλείπει το έδαφος της ορθολογικής κριτικής των υλικών σχέσεων εξουσίας και μετατοπίζεται στο πεδίο της ανορθολογικής συγκρότησης ταυτοτήτων μέσω του μύθου, τα όρια μεταξύ «αριστεράς» και «δεξιάς» γίνονται επικίνδυνα ρευστά. Και οι δύο εκδοχές του εθνοπολιτισμικού λαϊκισμού καταλήγουν να υπερασπίζονται αυταρχικά καθεστώτα και ιμπεριαλιστικές δυνάμεις (είτε τη Ρωσία και την Κίνα στο όνομα της «αποδυτικοποίησης», είτε τη «Δύση» στο όνομα της υπεράσπισης του «πολιτισμού» της), αρκεί αυτά να ενσαρκώνουν τον αντίστοιχο πολιτισμικό μύθο.

Το πεδίο της post-colonial/decolonial φεμινιστικής και queer θεωρίας προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντιφατικής σύγκλισης. Ορθώς ασκείται κριτική από decolonial queer κείμενα στην εργαλειακή επίκληση των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων για τη δικαιολόγηση ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων, πρακτική που έχει καθιερωθεί να περιγράφεται με τον όρο pink-washing.[1] Ωστόσο, η εναλλακτική που προτείνεται –δηλαδή η ανάδειξη μιας ριζικής οντολογικής ετερότητας και η στροφή σε «αυθεντικές» προ-αποικιακές επιτελέσεις του φύλου– αποδεικνύεται εξίσου προβληματική.[2]

Σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί ο ευρωκεντρισμός, διατυπώνονται θέσεις που φτάνουν στο σημείο να εξιδανικεύουν προ-νεωτερικές μορφές κοινωνικότητας ή ακόμη και να επανανοηματοδοτούν την υποταγή και τον εγκλεισμό στην οικιακή σφαίρα όχι ως καταπίεση, αλλά ως μορφή εμπρόθετης δράσης [!].[3] Μέσω της απεμπόλησης της οικουμενικότητας και των καθολικών εννοιών, η υποστασιοποίηση της πολιτισμικής διαφοράς στην επιτέλεση του φύλου και της εμπρόθετης δράσης, οδηγεί σε έναν «πολιτισμικό ιθαγενισμό» που αδυνατεί να βρει κοινά σημεία και να επικοινωνήσει με αντίστοιχες εμπειρίες στη «Δύση», διολισθαίνοντας στην ουσιοκρατία. Αυτή η θεωρητική διολίσθηση στον πολιτισμικό σχετικισμό έχει καταλήξει, τραγικά, να παρέχει επιχειρήματα σε ακροδεξιές αντιδραστικές δυνάμεις, όπως ο ινδουιστικός εθνικισμός (Hindutva).[4] Η ρητορική περί «πολιτισμικά αυθεντικής» ινδικής ταυτότητας —που πρέπει να προστατευθεί από ξένες επιρροές— εργαλειοποιείται πλέον για την εμπέδωση της ανδρικής κυριαρχίας στο όνομα της παράδοσης[5] και, κυρίως, για τη βίαιη περιθωριοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού, ο οποίος στοχοποιείται ως το απόλυτο «ξένο σώμα» εντός του έθνους, αποτελώντας ταυτόχρονα το πιο εξαθλιωμένο τμήμα του πλεονάζοντος προλεταριάτου στην Ινδία.

Το σούπερ-μάρκετ της «πολιτισμικής διαφοράς» στα πλαίσια των «πολιτισμικών πολέμων» ως ψευδοσυγκρούσεων στην εποχή του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού και του μεταφασισμού

Στη σημερινή εποχή, η κρίση αναπαραγωγής του κεφαλαίου και η ένταση της ταξικής δυσαρέσκειας αντιμετωπίζονται με την προώθηση ενός ορθολογικά οργανωμένου ανορθολογισμού. Αντί της κριτικής στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις, η συζήτηση μετατοπίζεται σε πολιτισμικές, εθνικές και θρησκευτικές ταυτότητες, οι οποίες παρουσιάζονται ως μεταφυσικές δυνάμεις που ορίζουν την ιστορία. Αυτοί οι «πολιτισμικοί πόλεμοι» εκτρέπουν και συγκαλύπτουν τον πραγματικό ταξικό πόλεμο αποτελώντας πηγή νομιμοποίησης και υπέρβασης των αντιφάσεων των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών.

Η αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και προλεταριάτου έχει αντικατασταθεί από ένα ψευδοδίπολο, αυτό της πολιτισμικής διάκρισης μεταξύ Δύσης-Ανατολής ή Βορρά-Νότου. Αυτό το πλαίσιο, που προωθείται έντονα από την αποαποικιακή ιδεολογία, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για κοινωνική χειραφέτηση, οδηγώντας απλώς στην υποστήριξη του ενός ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου (π.χ. Κίνα, Ρωσία, Ιράν) έναντι του άλλου.

Επιπλέον, η διεθνιστική αλληλεγγύη μετατρέπεται σε καταναλωτικό προϊόν. Επιχειρήσεις και αφεντικά χρησιμοποιούν επιλεκτικά παλαιστινιακές, ουκρανικές ή άλλες εθνικές σημαίες για να προωθήσουν μια εικόνα «κοινωνικής ευαισθησίας», ανάλογα με το κοινό στο οποίο στοχεύουν. Με αυτόν τον τρόπο, η πολιτική ταυτότητα γίνεται ένα προϊόν στο σούπερ-μάρκετ των ιδεολογιών, συγκαλύπτοντας τον εκμεταλλευτικό ρόλο του κεφαλαίου. Η συζήτηση μετατοπίζεται από την ταξική οργάνωση των προλετάριων στην υποστήριξη ή την απόρριψη ενός καπιταλιστή με βάση το κρατικό στρατόπεδο που υποστηρίζει. Αυτές οι συγκρούσεις είναι ψευδείς γιατί, ενώ προβάλλουν θεαματικές αντιθέσεις, αφήνουν ανέγγιχτη την ουσία της καπιταλιστικής κυριαρχίας, διοχετεύοντας την κοινωνική οργή μακριά από τις πραγματικές αιτίες της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης.

Η επικινδυνότητα της αποαποικιακής ιδεολογίας στην νέα εποχή κρατικού καπιταλισμού, νέου ιμπεριαλισμού, πολεμικής οικονομίας και στρατιωτικοποίησης των κοινωνιών

Η τρέχουσα περίοδος χαρακτηρίζεται από την κρίση του μοντέλου της «παγκοσμιοποίησης» και τη μετάβαση σε μια νέα εκδοχή κρατικού καπιταλισμού που παίρνει τη μορφή της πολεμικής οικονομίας. Τα κράτη αυξάνουν τις στρατιωτικές δαπάνες και στρατιωτικοποιούν τις κοινωνίες, καθώς ο πόλεμος αποτελεί διέξοδο για την υπέρβαση της κρίσης και μέσο για την εκκαθάριση ενός πλεονάζοντος προλεταριάτου.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αποαποικιακή ιδεολογία καθίσταται εξαιρετικά επικίνδυνη. Εγκαταλείποντας την κριτική του καπιταλισμού ως παγκόσμιου συστήματος, τον αντικαθιστά με μια μυθολογική και αντιδραστική διάκριση μεταξύ «Δύσης» και «μη Δύσης». Αυτή η «ανάλυση από τα πάνω», που εστιάζει στις συγκρούσεις κρατών, οδηγεί αναπόφευκτα στον «στρατοπεδισμό»: την υποστήριξη του ενός ιμπεριαλιστικού μπλοκ έναντι του άλλου. Οι «αντι-ιμπεριαλιστές» καταλήγουν να στηρίζουν δυνάμεις όπως η Ρωσία, το Ιράν ή η Κίνα, παρουσιάζοντάς τες ως αντίβαρο στον «δυτικό» ιμπεριαλισμό.

Αυτή η θέση είναι επικίνδυνη γιατί:

  1. νομιμοποιεί τον πόλεμο: Αντί να προωθεί τη διεθνιστική ταξική πάλη ενάντια σε όλα τα κράτη, στρώνει το έδαφος για την ευρύτερη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας, καλώντας το προλεταριάτο να συνταχθεί πίσω από το ένα ή το άλλο εθνικό κεφάλαιο.
  2. αποπροσανατολίζει τον αγώνα: Ο εχθρός δεν είναι πλέον το κεφάλαιο και το κράτος, αλλά ένας εξωτερικός, πολιτισμικά ορισμένος «άλλος». Αυτό εμποδίζει την ανάπτυξη αυτόνομης ταξικής οργάνωσης και οδηγεί στην εθνική συσπείρωση που απαιτεί τη συντριβή κάθε εσωτερικής αντίστασης.
  3. διαιωνίζει την καταπίεση: Η υποστήριξη «εθνικοαπελευθερωτικών» κινημάτων, όπως η Χαμάς, αγνοεί ότι στόχος τους δεν είναι η ταξική χειραφέτηση, αλλά η δημιουργία νέων καπιταλιστικών κρατών που θα ενταχθούν στην ίδια διεθνή τάξη πραγμάτων.

Στην εποχή του νέου ιμπεριαλισμού, όπου η γενοκτονία και η εκκαθάριση πλεοναζόντων πληθυσμών κλιμακώνονται παγκοσμίως (από τη Γάζα ως το Σουδάν), η αποαποικιακή ιδεολογία λειτουργεί ως ιδεολογικό όχημα για τη συμμετοχή του προλεταριάτου στην αλληλοσφαγή του, μετατρέποντάς το σε κρέας για τα κανόνια προς όφελος των αντιμαχόμενων αστικών τάξεων. Η μόνη διέξοδος δεν είναι η επιλογή στρατοπέδου, αλλά η προλεταριακή διεθνιστική δράση ενάντια σε όλα τα κράτη και τους στρατούς.

Κατακλείδα

Η ανάλυση που προηγήθηκε επιχείρησε να σκιαγραφήσει τις βασικές γραμμές μιας κριτικής στην αποαποικιακή θεωρία από τη σκοπιά του ταξικού ανταγωνιστικού κινήματος ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος. Αναδείχθηκε πώς η πολιτισμική στροφή και η απουσία κριτικής του καπιταλισμού ως παγκόσμιας κοινωνικής σχέσης, η εγκατάλειψη της διαλεκτικής μεθόδου, οι εκλεκτικές θεωρητικές της συγγένειες με τον ανορθολογικό λαϊκισμό και οι αντιδραστικές πολιτικές της επιπτώσεις, συνθέτουν την εικόνα μιας θεωρητικής και πολιτικής καταστροφής από προλεταριακή σκοπιά. Παρά τη ριζοσπαστική της φρασεολογία, η αποαποικιακή στροφή, δεν αποτυγχάνει απλώς να προσφέρει ένα συνεκτικό πλαίσιο για την κατανόηση και την υπέρβαση των σύγχρονων μορφών καπιταλιστικής κυριαρχίας αλλά συμβάλλει στη διαιώνισή τους.

Το θεμελιώδες πρόβλημα, όπως υποστήριξε ο Λάρσεν, έγκειται στην απόρριψη της έννοιας της καθολικότητας. Αυτή η απόρριψη παρουσιάζεται ως κριτική στον «ευρωκεντρισμό», αλλά αποτελεί, στην πραγματικότητα, ένα τέχνασμα. Είναι τέχνασμα, διότι καμία θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς καθολικές έννοιες – η ίδια η «αποικιακή μήτρα της εξουσίας» προβάλλεται ως μια καθολική δομή που διέπει τον κόσμο τα τελευταία 500 χρόνια. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι η καθολικότητα καθεαυτή, αλλά το περιεχόμενό της.

Εδώ έγκειται η κρίσιμη διάκριση της διαλεκτικής σκέψης. Από τη μία πλευρά, υπάρχει η ψευδής καθολικότητα της αστικής ιδεολογίας, η οποία παρουσιάζει τα μερικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης ως τα καθολικά συμφέροντα της ανθρωπότητας. Από την άλλη, όμως, υπάρχει η πραγματική, αλλότρια καθολικότητα του κεφαλαίου. Η κυριαρχία της εμπορευματικής μορφής, η επιβολή του νόμου της αξίας σε παγκόσμια κλίμακα, δεν είναι απλώς μια ιδέα. Είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος ύπαρξης του κόσμου, μια βαθιά δομική πραγματικότητα που συνδέει κάθε τοπική συνθήκη με την παγκόσμια ολότητα της συσσώρευσης.

Απέναντι σε αυτή την αρνητική, καταστροφική καθολικότητα του κεφαλαίου, ο μαρξισμός αντιπαραθέτει την προοπτική μιας άλλης, θετικής καθολικότητας: αυτής του κομμουνισμού. Δεν πρόκειται για την επιβολή ενός νέου, ενιαίου πολιτισμικού μοντέλου, αλλά για τη δημιουργία των υλικών συνθηκών –την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της ταξικής εκμετάλλευσης– που θα επιτρέψουν την ελεύθερη ανάπτυξη όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Αυτή η καθολικότητα δεν πηγάζει από κάποια εξωτερική, πολιτισμικά ορισμένη ομάδα, αλλά από το ίδιο το προλεταριάτο, την τάξη που είναι η ίδια προϊόν της καθολικότητας του κεφαλαίου και που, απελευθερώνοντας τον εαυτό της, απελευθερώνει ολόκληρη την ανθρωπότητα. Σαφώς, δεν πρόκειται επίσης για κάποιο μυθικό υποκείμενο, αλλά παραφράζοντας κάτι που γράψαμε πριν μερικά χρόνια:[6]

Δεν είναι δυνατό να περιορίσουμε την εμπειρία μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο μιας ταυτότητας. Η ανθρώπινη εμπειρία είναι ανάγκη να απελευθερωθεί από όλες τις αλλοτριωτικές μορφές των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων. Σε πλήρη αντίθεση με τις decolonial και όχι μόνο πολιτικές της ταυτότητας, το ζήτημα για ένα κίνημα που βάζει ως στόχο την κατάργηση των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων είναι να αναζητήσει μέσα στις διαφορετικές και κατακερματισμένες εμπειρίες που έχουμε εντός του καπιταλισμού όσα μπορούν ενδεχομένως να μας συνδέσουν και όχι όσα μας διαχωρίζουν, και αν δεν υπάρχουν επαρκώς να τα δημιουργήσει. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υποβαθμίζονται και ακυρώνονται οι συγκεκριμένες διεκδικήσεις και ζητήματα από τα οποία μπορεί να ξεκινάει ένας αγώνας.

Για εμάς είναι ανάγκη να αποκτήσει η εμπειρία την πραγματική διαλεκτική της μορφή: να δημιουργηθούν νέες, πιο πλούσιες εμπειρίες που συνδέουν το υποκείμενο με την ολότητα των κοινωνικών σχέσεων. Μέσα σε αυτή την ενεργή διαδικασία, και όχι σε ένα αφηρημένο επίπεδο, μπορούν να αναδυθούν τα υπαρκτά κοινά συμφέροντα.

Το ζήτημα για το επαναστατικό κίνημα είναι να υπερβεί την αποσπασματικότητα των αλλοτριωμένων κοινωνικών σχέσεων και να αποπειραθεί σε συλλογικό επίπεδο να συνδέσει όλες τις διαφορετικές, και συχνά αντιτιθέμενες, εμπειρίες προς την κατεύθυνση της κατάργησης της ταυτότητας της διαχωρισμένης εμπειρίας. Αυτή η αυτόνομη συλλογική οργάνωση της εμπειρίας των προλετάριων συνιστά τη βάση για τη δημιουργία της προλεταριακής σφαίρας, δηλαδή για τη δημιουργία των αναγκαίων μορφών και μέσων επικοινωνίας και δράσης μέσω των οποίων οι κατακερματισμένες εμπειρίες καταπίεσης, εκμετάλλευσης, αντίθεσης και αγώνα ενάντια στις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις θα μπορέσουν να συνδυαστούν σε μια συλλογική πρακτική, σε έναν τρόπο ζωής και αγώνα από τα οποία θα μπορέσουμε να μετασχηματίσουμε τις υφιστάμενες κοινωνικές συνθήκες και σχέσεις και να κινηθούμε προς την κατάργηση του κεφαλαίου και όλων των αλλοτριωτικών του μεσολαβήσεων.

Εν κατακλείδι, η αποστολή ενός χειραφετητικού κινήματος σήμερα δεν μπορεί να είναι η αποσύνδεση από μια αφηρημένη «Δύση» ή η αναζήτηση μιας αυθεντικής, προ-αποικιακής ταυτότητας. Τέτοιες επιδιώξεις είναι καταδικασμένες να παραμείνουν στο επίπεδο της ρητορικής ή, χειρότερα, να γίνουν όχημα για νέους εθνικισμούς και γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς. Η πραγματική αποαποικιοποίηση, δηλαδή η αποαποικιοποίηση του κόσμου από το εμπόρευμα και το κεφάλαιο, συμπίπτει με την κομμουνιστική επανάσταση. Όπως γράφει ο Λάρσεν παραφράζοντας τον Αντόρνο: «όσο η προϋπόθεση για την κατάργηση […] του ιμπεριαλισμού […] δεν κατανοείται συνειδητά ως κοινωνική καθολικότητα μιας μετακαπιταλιστικής, αταξικής κοινωνίας που θα έχει υπερβεί την κυριαρχία της μορφής εμπόρευμα –ως καθολικότητα του κομμουνισμού– η “αποαποικιακότητα” θα παραμένει στην καλύτερη περίπτωση μια ανώφελη άσκηση, μια παραδρομή και ένα αδιέξοδο». Η πολιτισμική εναντίωση στην καθολικότητα, είτε προέρχεται από την αποαποικιακή αριστερά είτε από την εθνικιστική δεξιά, αποτελεί την «ιστορικά προσδιορισμένη μορφή της αναλήθειας» στη σημερινή εποχή. Η επιστροφή στην κριτική της πολιτικής οικονομίας και στη σκοπιά του προλεταριακού κινήματος ενάντια στο κεφάλαιο και το κράτος δεν είναι μια πράξη νοσταλγίας, αλλά η μόνη ρεαλιστική οδός για την υπέρβαση ενός συστήματος που, στην καθολικότητά του, υπάγει και παράγει όλες τις μορφές καταπίεσης.

24 Οκτωβρίου 2025 / 15 Ιανουαρίου 2026

Συντακτική ομάδα του περιοδικού Το Διαλυτικό

Σημειώσεις

[1] Ο όρος pink-washing (ροζ ξέπλυμα) καθιερώθηκε ευρύτερα στον ακαδημαϊκό και δημόσιο διάλογο από τη Sarah Schulman, προκειμένου να περιγράψει τη στρατηγική εργαλειοποίησης των ΛΟΑΤΚΙ+ δικαιωμάτων από κρατικούς μηχανισμούς για την απόκρυψη παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Βλ. το θεμελιώδες άρθρο της: Sarah Schulman, «Israel and Pinkwashing», The New York Times, 22 Νοεμβρίου 2011. Για μια εκτενέστερη ανάλυση της έννοιας σε σχέση με τα διεθνή κινήματα αλληλεγγύης, βλ. επίσης: Sarah Schulman, Israel/Palestine and the Queer International, Duke University Press, 2012, σσ. 133-156.

[2] Βλ. Rahul Rao, Out of Time: The Queer Politics of Postcoloniality, Oxford University Press, 2020. Ο Rao επισημαίνει ότι, παρά την τακτική αξία της ανάδειξης της ιστορικότητας της κουίρ επιθυμίας, η στρατηγική αυτή βασίζεται στην «υποστασιοποίηση του προ-αποικιακού παρελθόντος» ως ενός τόπου αμιγώς ιθαγενούς και «αμόλυντου» από τη Δύση. Υποστηρίζει ότι αυτή η εξιδανίκευση οδηγεί σε ένα «pinkwashing του προ-αποικιακού παρελθόντος» (παραβλέποντας τον στιγματισμό της μη-κανονικής επιθυμίας εντός του) και εγκλωβίζει την κουίρ πολιτική σε έναν «κοινό ιθαγενισμό» με τους εθνικιστές, όπου ως νόμιμες αναγνωρίζονται μόνο οι μορφές επιθυμίας που μπορούν να αποδειχθεί ότι προϋπήρχαν εντός των ορίων του έθνους.

[3] Η Saba Mahmood στην εθνογραφική μελέτη του γυναικείου «κινήματος» κατήχησης στα τζαμιά του Καϊρου, Politics of Piety: The Islamic Revival and the Feminist Subject, Princeton University Press, 2005,φτάνει στο σημείο να αμφισβητήσει την ταύτιση που έκαναν παλιότερες φεμινίστριες της εμπρόθετης δράσης με την αντίσταση στην ανδρική εξουσία και να υποστηρίξει ότι μορφές εμπρόθετης δράσης συγκροτούνται μέσω της πειθαρχίας, της υπακοής, της ηθικής αυτοδιαμόρφωσης και της καλλιέργειας αρετών (π.χ. της σεμνότητας), δηλαδή μέσα από πρακτικές ευσέβειας, εμπνευσμένη σαφώς από τη φουκωική έννοια της «τεχνολογίας του εαυτού». Για την Mahmood η υπακοή στην παράδοση συνιστά μια διακριτή μορφή υποκειμενικότητας, ως ικανότητα δράσης εντός συγκεκριμένων ιστορικών και πολιτισμικών πλαισίων. Για εμάς είναι προφανές ότι αυτή η θέση αποτελεί νομιμοποίηση των δομών ανδρικής κυριαρχίας εντός των μουσουλμανικών και όχι μόνο χωρών και συσκοτίζει τους υλικούς καταναγκασμούς που υφίστανται οι γυναίκες εκεί.

[4] Βλ. Meera Nanda, Prophets Facing Backward: Postmodern Critiques of Science and Hindu Nationalism in India, Rutgers University Press, 2003. Η Nanda αναλύει διεξοδικά πώς η μεταμοντέρνα και αποαποικιακή κριτική στην επιστημονική αντικειμενικότητα και τον δυτικό ορθολογισμό (η οποία προώθησε την ιδέα των «εναλλακτικών επιστημολογιών») υιοθετήθηκε στρατηγικά από την ινδουιστική δεξιά. Στόχος ήταν να νομιμοποιηθούν ψευδοεπιστημονικές θεωρίες και θρησκευτικοί μύθοι ως ισότιμα συστήματα γνώσης, θωρακίζοντας τον ινδουιστικό φονταμενταλισμό απέναντι στην κριτική.

[5] Βλ. Tanika Sarkar, Hindu Wife, Hindu Nation: Community, Religion, and Cultural Nationalism, Indiana University Press, 2001. Η Sarkar καταδεικνύει πώς η φιγούρα της «αγνής Ινδής συζύγου» και η οικιακή σφαίρα μετατράπηκαν σε κεντρικά πολιτικά σύμβολα για τη συγκρότηση της εθνικής ταυτότητας του Hindutva. Η αυστηρή τήρηση των πατριαρχικών κανόνων ανανοηματοδοτήθηκε ως εθνικό καθήκον αντίστασης, ενώ η ρητορική περί «προστασίας» της τιμής των γυναικών χρησιμοποιείται συστηματικά για τη δαιμονοποίηση του μουσουλμανικού πληθυσμού ως απειλής για την ηθική ακεραιότητα του έθνους.

[6] Συντακτική ομάδα του περιοδικού Το Διαλυτικό, «Εισήγηση της εκδήλωσης “Καπιταλισμός, ταξικό ανταγωνιστικό κίνημα και πολιτικές της ταυτότητας”», διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση: https://dialytiko.gr/2020/07/27/eisigisi-tis-ekdilosis-quot-kapitalismos-taxiko-antagonistiko-kinima-kai-politikes-tis-taytotitas-quot/