για την κατάργηση της μισθωτής εργασίας, του χρήματος και του κράτους ─ για τον κομμουνισμό

Η λέσχη του αντι-ιμπεριαλιστικού ιμπεριαλισμού: Για τον αριστερό διεθνισμό και το Ιράν

Share with:


Εισαγωγικό σημείωμα

Το κείμενο του συντρόφου Arya Zahedi, «Η λέσχη του αντι-ιμπεριαλιστικού ιμπεριαλισμού», δημοσιεύτηκε στις 3 Νοεμβρίου του 2025 στο 2ο τεύχος του περιοδικού Heatwave. Παρά τη χρονική του απόσταση από τον πόλεμο που μαίνεται σήμερα στο Ιράν και σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή –μετά την επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ– το κείμενο συμπυκνώνει με διαύγεια τις βασικές προκείμενες κάθε δυνατής κομμουνιστικής διεθνιστικής θέσης απέναντι στην εξέγερση και τον καπιταλιστικό πόλεμο στο Ιράν.

  1. Καπιταλιστικός χαρακτήρας του πολέμου: Οι συγκρουσιακές τάσεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής παραγωγής εμφανίζονται σε διαφορετικές κλίμακες αλλά τίθενται σε κίνηση κατά βάση από την ταξική σχέση: τη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. «Παίρνουν τη μορφή των συνόρων, των εθνών-κρατών και του διακρατικού ανταγωνισμού για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η ανάγκη να συντηρηθεί ένα σύστημα διεθνούς εργασιακού αρμπιτράζ και να διατηρηθεί προνομιακή πρόσβαση σε πρώτες ύλες και αλυσίδες εφοδιασμού». Ο πόλεμος που μαίνεται στο Ιράν και τη Μέση Ανατολή αποτελεί την εκδήλωση της «διολίσθησης προς τη γενικευμένη βαρβαρότητα, στην οποία το καπιταλιστικό σύστημα έχει καταδικάσει τον κόσμο» [δική μας η έμφαση] και δεν μπορεί να αναχθεί στο απλοϊκό σχήμα των κακών και ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών εναντίον των καλών και αδύναμων «αντι-ιμπεριαλιστικών» κρατών.
  2. Ο «αντι-ιμπεριαλισμός» είναι μια ιδεολογία που αναδύεται από τις ίδιες τις καπιταλιστικές σχέσεις και διαδικασίες: μια μορφή συσκότισης και, συνεπώς, αναπαραγωγής της κυριαρχίας του κεφαλαίου επί της εργασίας. «Ο “αντι-ιμπεριαλισμός” είναι ιδεολογικός, επειδή συσκοτίζει τις κοινωνικές συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό του Ιράν […] και συμβάλλει στη μυστικοποίηση της θέσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας στο πλαίσιο της ευρύτερης τάξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής παραγωγής και του διεθνούς εμπορίου». Υπό αυτή την έννοια, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν συνιστά κάποιο εξωτερικό αντίπαλο δέος προς την παγκόσμια καπιταλιστική τάξη, αλλά μια ιδιαίτερη εκδοχή της.
  3. Στο Ιράν, ειδικότερα, ο αντι-ιμπεριαλισμός ως «εξαγωγή των κοινωνικών συγκρούσεων» υπήρξε «βασικός πυλώνας της εσωτερικής πολιτικής της Ισλαμικής Δημοκρατίας από την Επανάσταση, κρίσιμος για τη διατήρηση της ύπαρξής της κατά τη διάρκεια δεκαετιών αστάθειας». Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα, το ιρανικό κράτος «χρησιμοποιεί και πάλι την εξωτερική σύγκρουση για να εδραιώσει την εσωτερική τάξη και την κοινωνική ενότητα».
  4. Εν κατακλείδι, η ιδεολογική μορφή του αντι-ιμπεριαλισμού αποτελεί ένα τεράστιο εμπόδιο για τη συγκρότηση ενός νέου διεθνισμού. Το διεθνιστικό σημείο εκκίνησης δεν μπορεί να είναι η στοίχιση πίσω από κράτη, στρατούς και «άξονες αντίστασης», αλλά η κοινότητα αγώνα των προλετάριων –των εργατών, των φοιτητών, των γυναικών, των μεταναστών και των καταπιεσμένων– απέναντι στην εκμετάλλευση, την καταπίεση, την καταστολή και τον πόλεμο.

Πέραν αυτών των τεσσάρων βασικών προκείμενων, το κείμενο του συντρόφου δίνει μια διεισδυτική σύνοψη της ιστορίας της ταξικής πάλης στο Ιράν από την εποχή του Σάχη μέχρι σήμερα. Αναδεικνύει τον αντιδραστικό ρόλο της αντι-ιμπεριαλιστικής ιδεολογίας –λ.χ. κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν–Ιράκ, ενός ακόμη πολέμου που παρουσιάστηκε ως «ιμπεριαλιστική επίθεση εναντίον του Ιράν», παρόλο που το Ισραήλ ήταν ο βασικός προμηθευτής όπλων του ιρανικού κράτους– κατά τον οποίο οι κομμουνιστές στιγματίστηκαν ως «εθνοπροδότες» και καταδιώχθηκαν, ακόμα και το Tudeh που είχε στηρίξει πιστά το καθεστώς, με κορύφωση τη μαζική σφαγή των κρατούμενων κομμουνιστών στις ιρανικές φυλακές αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου. Εξίσου σημαντική είναι η παρατήρηση ότι η αντεπανάσταση είναι πάντοτε συνυφασμένη με την επανάσταση και όχι κάτι διακριτό από αυτήν. Το κείμενο εντοπίζει επίσης σωστά τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις των πρόσφατων εξεγέρσεων. Όπως αναφέρει: «είναι ακριβώς αυτή η ετερόκλητη σύνθεση και η επιδιωκόμενη ενότητα που εκθέτει τα σύγχρονα ιρανικά κοινωνικά κινήματα στις ίδιες αντεπαναστατικές δυνάμεις που νίκησαν την Επανάσταση του 1979. Το φάντασμα της εθνικής ενότητας παραμονεύει στις σκιές που ρίχνει κάθε αποτυχημένη εξέγερση» – γεγονός που επιβεβαιώθηκε στην πρόσφατη εξέγερση, κατά την οποία οι οπαδοί του Παχλαβί επιχείρησαν να οικειοποιηθούν τα συνθήματά της και να κυριαρχήσουν μέσα σε αυτή.

Το κείμενο του Zahedi δεν προσφέρει απλώς μια ιστορική και θεωρητική αποσαφήνιση, αλλά συμβάλλει άμεσα στην ανασυγκρότηση μιας διεθνιστικής κομμουνιστικής τοποθέτησης που αρνείται να διαλέξει ανάμεσα σε αντίπαλες μορφές της ίδιας κρατικής και καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Αντίθεση, 23 Μαρτίου 2026

Η λέσχη του αντι-ιμπεριαλιστικού ιμπεριαλισμού: Για τον αριστερό διεθνισμό και το Ιράν

Arya Zahedi, 3 Νοεμβρίου 2025

Ο πρόσφατος «πόλεμος των 12 ημερών» μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν αποτελεί την τελευταία εκδήλωση της ταχείας διολίσθησης προς τη γενικευμένη βαρβαρότητα, στην οποία το καπιταλιστικό σύστημα έχει καταδικάσει τον κόσμο. Παρόλο που αυτή τη στιγμή υπάρχει μια υποτιθέμενη κατάπαυση του πυρός, κάθε ειρήνη υπό αυτό το σύστημα αποτελεί απλώς προετοιμασία για τον επόμενο πόλεμο. Ο πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Ιράν δεν αφορά στενά μια σύγκρουση μεταξύ δύο χωρών, ούτε την ευρύτερη Μέση Ανατολή, αλλά αποτελεί μέρος των επεκτεινόμενων πολέμων που είναι αποτέλεσμα της ίδιας της δυναμικής του κεφαλαίου.

Ενώ οι πρόσφατες συγκρούσεις επανέφεραν στο προσκήνιο το παλιό ζήτημα του ιμπεριαλισμού, ένα μεγάλο μέρος από τη σύγχυση και τις αυταπάτες του παρελθόντος επέστρεψαν μαζί του. Γενικά μιλώντας, ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς υιοθετεί μια προσέγγιση στον αντι-ιμπεριαλισμό που είναι ιδεολογική, δηλαδή αποτυγχάνει να ασκήσει κριτική στο πώς η «κοινή λογική» διαμορφώνει τις δικές της προϋποθέσεις. Με αυτόν τον τρόπο, η ιδεολογία ταυτόχρονα συγκαλύπτει και επιτελεί τις θεμελιώδεις διαδικασίες από τις οποίες αναδύεται. Ο «αντι-ιμπεριαλισμός» είναι ιδεολογικός επειδή συσκοτίζει τις κοινωνικές συγκρούσεις που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό του Ιράν, συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι αποκλειστικά, των ταξικών αγώνων, και συμβάλλει στη μυστικοποίηση της θέσης της Ισλαμικής Δημοκρατίας εντός της ευρύτερης τάξης της παγκόσμιας καπιταλιστικής παραγωγής και του διεθνούς εμπορίου. Μόλις έπεσαν οι πρώτες ισραηλινές βόμβες στο Ιράν, πολλές από τις μεγαλύτερες αριστερές οργανώσεις και μέσα ενημέρωσης στις ΗΠΑ –από το Κόμμα για τον Σοσιαλισμό και την Απελευθέρωση (PSL) και το Παγκόσμιο Κόμμα Εργατών (Workers World Party), μέχρι τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) και το Democracy Now!– ανέσυραν τον έναν απολογητή του καθεστώτος μετά τον άλλον.

Οι συγκρουσιακές τάσεις της παγκόσμιας καπιταλιστικής παραγωγής εμφανίζονται σε διάφορες κλίμακες, αλλά τίθενται σε κίνηση κατά βάση από την ταξική σχέση. Παίρνουν τη μορφή των συνόρων, των εθνών-κρατών και του διακρατικού ανταγωνισμού για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η ανάγκη να συντηρηθεί ένα σύστημα διεθνούς εργασιακού αρμπιτράζ και να διατηρηθεί η προνομιακή πρόσβαση σε πρώτες ύλες και αλυσίδες εφοδιασμού. Οι πραγματικές εθνικές συγκρούσεις λαμβάνουν φετιχιστικό χαρακτήρα, τη μορφή εμφάνισης της άνισης και ταραχώδους φύσης της καπιταλιστικής αναπαραγωγής. Πράγματι, η εξαγωγή των κοινωνικών συγκρούσεων –η χρησιμοποίηση της σύγκρουσης με έναν εξωτερικό εχθρό για τη διατήρηση της κοινωνικής ενότητας– υπήρξε βασικός πυλώνας της εσωτερικής πολιτικής της Ισλαμικής Δημοκρατίας από την Επανάσταση, κρίσιμος για τη διατήρηση της ύπαρξής της κατά τη διάρκεια δεκαετιών αστάθειας. Σήμερα, στον απόηχο του πρόσφατου πολέμου, το κράτος χρησιμοποιεί και πάλι την εξωτερική σύγκρουση για να εδραιώσει την εσωτερική τάξη και την κοινωνική ενότητα. Αυτή είναι η βασική λογική της γεωπολιτικής – η αποσύνδεση της εθνικής realpolitik από τις κοινωνικές σχέσεις που την περιορίζουν και την καθορίζουν. Καθώς η ιδεολογική μορφή του αντι-ιμπεριαλισμού αποτελεί ένα τεράστιο εμπόδιο στην οικοδόμηση ενός νέου διεθνισμού, τα παραπάνω ζητήματα δεν έχουν μόνο θεωρητικό χαρακτήρα.

Για πολλούς στην αμερικανική αριστερά, η ιρανική ιστορία προφανώς σταμάτησε με την ανατροπή του Σάχη το 1979. Μια πιο προσεκτική εξέταση αποκαλύπτει ότι η τελική νίκη της Ισλαμικής Δημοκρατίας ήταν το αποτέλεσμα μιας αντεπανάστασης, στόχος της οποίας ήταν να θέσει υπό έλεγχο τα κοινωνικά κινήματα που ξέσπασαν κατά τη διάρκεια της επαναστατικής αναταραχής. Κάποιοι το γνωρίζουν καλά αυτό, αλλά είναι χειραγωγοί, που προσφέρουν μισές αλήθειες σε ένα αφελές νεανικό ακροατήριο. Αυτοί οι τσαρλατάνοι κυκλοφορούν εδώ και πολύ καιρό και αρέσκονται να συζητούν για το ιρανικό κομμουνιστικό κίνημα προκειμένου να αποκτήσουν νομιμοποίηση, μόνο και μόνο για να συστρατευτούν τελικά πίσω από τους δήμιους του.[1]

Η Ισλαμική Δημοκρατία κατέστειλε την ιρανική αριστερά με έναν τρόπο που ο Σάχης θα ευχόταν να διαθέτει. Ακόμα και πριν από την πτώση του Σάχη, οι οπαδοί του Χομεϊνί, καθώς και οι φιλελεύθεροι ισλαμιστές, εξέφραζαν ανοιχτά την περιφρόνησή τους για τον μαρξισμό και τον κομμουνισμό. Στην πραγματικότητα, ο αντι-ιμπεριαλισμός χρησιμοποιήθηκε και συνεχίζει να χρησιμοποιείται όχι μόνο ως μορφή εδραίωσης της πολιτικής κυριαρχίας αλλά και ως μέσο για την όξυνση της εκμετάλλευσης της εργασίας. Φωτίζοντας τις εσωτερικές σχέσεις του Ιράν και τη σχέση του με το ιμπεριαλιστικό σύστημα σε παγκόσμιο επίπεδο, μπορούμε να δούμε καλύτερα πώς ο «αντι-ιμπεριαλισμός» λειτουργεί ως ιδεολογική μορφή των ίδιων των κοινωνικών σχέσεων που συσκοτίζει και επομένως αναπαράγει.

 

Επανάσταση

Η Ιρανική Επανάσταση ήταν μια από τις μεγάλες μαζικές επαναστάσεις του εικοστού αιώνα. Ενώ οι περισσότερες επαναστάσεις του παγκόσμιου Νότου είχαν πραγματοποιηθεί σε συνθήκες υπανάπτυξης, όπου οι φεουδαρχικές σχέσεις εξακολουθούσαν να κυριαρχούν, οι δυνάμεις πίσω από την Ιρανική Επανάσταση ήταν το προϊόν δύο δεκαετιών ταχείας και άνισης καπιταλιστικής ανάπτυξης. Σε αντίθεση με τις υπόλοιπες αυτές επαναστάσεις, οι φεουδαρχικές σχέσεις είχαν ήδη μετατραπεί σε καπιταλιστικές μέσω της ανάπτυξης που επέβαλε το καθεστώς του Σάχη.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, υπό την πίεση των ΗΠΑ, ο Σάχης άρχισε να υιοθετεί φιλελεύθερες οικονομικές μεταρρυθμίσεις.[2] Αυτή ήταν η βάση για την αποκαλούμενη «Λευκή Επανάσταση».[3] Οι μεταρρυθμίσεις αυτές περιλάμβαναν τη χορήγηση δικαιωμάτων στις γυναίκες, τη δημιουργία υπηρεσιών αλφαβητισμού, σχέδια εκβιομηχάνισης και ανάπτυξης, τη συμμετοχή των εργαζόμενων στα κέρδη ορισμένων βιομηχανιών και την αγροτική μεταρρύθμιση. Η «Λευκή Επανάσταση» ήταν επίσης μια προσπάθεια να δημιουργηθεί μια λαϊκή βάση και να προωθηθεί η εικόνα του καθεστώτος ως ενός είδους φιλεύσπλαχνης μεταρρυθμιστικής δεσποτείας. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις δεν περιλάμβαναν κανέναν περιορισμό της κρατικής εξουσίας και εδραίωσαν ακόμη περισσότερο τη δικτατορία. Στις μεταρρυθμίσεις αντιτάχθηκε ο κλήρος και τα κύρια σημεία διαφωνίας ήταν η ψήφος των γυναικών, η κατάργηση των προϋποθέσεων για την πρόσληψη δημοσίων υπαλλήλων και, κυρίως, η αγροτική μεταρρύθμιση. Μεγάλο μέρος των ανώτερων κλιμακίων του κλήρου είχε τεράστιες ιδιοκτησίες γης που τους είχαν δοθεί ως θρησκευτικά κληροδοτήματα. Οι δικτατορικές πτυχές των μεταρρυθμίσεων αποτέλεσαν στόχο της κοσμικής εθνικιστικής και αριστερής αντιπολίτευσης, το σύνθημα της οποίας ήταν «Μεταρρυθμίσεις, ναι! Δικτατορία, όχι!». Η θρησκευτική αντιπολίτευση αντιτάχθηκε στις μεταρρυθμίσεις στο σύνολό τους.

Αυτή η εναντίωση ξέσπασε στην εξέγερση του Ιουνίου του 1963, η οποία καταπνίγηκε με ακραία βία και διέλυσε κάθε ελπίδα δημοκρατικών μεταρρυθμίσεων για μια ολόκληρη γενιά αγωνιστών.[4] Μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης, το Ιράν συνέχισε την πορεία της ταχείας ανάπτυξης, η οποία υπερίσχυε των αναγκών του λαού ή της αναδιανομής. Το πιο σημαντικό είναι ότι η αγροτική μεταρρύθμιση κατάφερε να μετατρέψει το Ιράν από μια ημι-φεουδαρχική αγροτική κοινωνία σε ένα σύγχρονο καπιταλιστικό έθνος. Ενώ το Ιράν είχε υποστεί μια διαδικασία ένταξης και περιφερειακής ενσωμάτωσης στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα από τον 19ο αιώνα, ήταν πραγματικά μόνο μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1960 που οι καπιταλιστικές σχέσεις έγιναν κυρίαρχες στην ιρανική οικονομία, επεκτεινόμενες πλήρως σε όλη την ύπαιθρο. Οι μεγαλύτεροι αριστοκράτες μπορούσαν να κρατήσουν τη γη τους μετατρέποντας τις γεωργικές τους δραστηριότητες σε καπιταλιστικές και προσλαμβάνοντας μισθωτούς εργάτες ή εκμισθώνοντας τη γη τους σε πολυεθνικές εταιρείες. Ενώ υπήρξε κάποια περιορισμένη αντίσταση από την αριστοκρατία, οι περισσότεροι τελικά ακολούθησαν αυτόν τον δρόμο βλέποντας ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους. Πολλοί από την αριστοκρατία της γης ενθαρρύνθηκαν να επενδύσουν στη βιομηχανία και τους δόθηκαν υπουργικές θέσεις για να συναινέσουν σε αυτό το πρόγραμμα. Παρόλο που έπρεπε να εκχωρήσουν στο κράτος την πολιτική τους αυτονομία στην ύπαιθρο, απέκτησαν σημαντική κοινωνική και οικονομική δύναμη.

Πολλοί από τους ακτήμονες που παρέμειναν εργάζονταν ως μισθωτοί εργάτες στη γεωργία, αλλά η συντριπτική πλειονότητα διόγκωσε τις τάξεις ενός ημιπρολεταριάτου που μετανάστευσε στις πόλεις. Ο πληθυσμός της Τεχεράνης διπλασιάστηκε από το 1963 έως το 1973· πολλοί αναζήτησαν εργασία στην τεράστια και αναπτυσσόμενη κατασκευαστική βιομηχανία. Η εκβιομηχάνιση γέννησε ένα βιομηχανικό προλεταριάτο, μαζί με τους υπαλλήλους και τη μεσαία τάξη των επαγγελματιών, διευρύνοντας τον αριθμό των φοιτητών που πήγαιναν στο εξωτερικό για σπουδές. Οι μετανάστες κατέκλυσαν τις πόλεις και ήλθαν αντιμέτωποι με την αποξένωση της σύγχρονης ζωής στα αστικά κέντρα· σε αντίθεση με τις παλαιότερες γενιές αγροτών και εργατών, δεν είχαν σταθερές μορφές κοινότητας, θεσμών και κοινωνικοποίησης. Οι παλιές μορφές κοινότητάς τους στην ύπαιθρο διερρήχθησαν και δεν υπήρχε ριζοσπαστική εναλλακτική λύση στις πόλεις, γεγονός που δημιούργησε τις συνθήκες οι οποίες θα έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της Επανάστασης και θα έδιναν στον κλήρο το πλεονέκτημα στον αγώνα για ηγεμονία. Όλο το βάρος της κρατικής καταστολής το σήκωσε η αριστερή και η κοσμική εθνικιστική αντιπολίτευση. Δεν επιτρεπόταν η δημιουργία συνδικάτων, πολιτικών κομμάτων ή άλλων μορφών οργάνωσης της εργατικής τάξης. Σε αυτό το περιβάλλον, το τζαμί προσέφερε μια μορφή κοινότητας και έναν χώρο για διαμαρτυρία, ο οποίος ελεγχόταν προσεκτικά από τον κλήρο. Ο Σάχης πίστευε ότι η θρησκεία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως μέσο για την παρεμπόδιση του κομμουνιστικού κινήματος, δίνοντας σχετική ελευθερία στους κληρικούς και τις θρησκευτικές προσωπικότητες.

Όσο η τιμή του πετρελαίου συνέχιζε να αυξάνεται, το κράτος μπορούσε να διατηρήσει μια σχετική κοινωνική ειρήνη. Παρόλο που υπήρχε εκτεταμένη δυσαρέσκεια και απογοήτευση, η διογκούμενη μεσαία τάξη, οι υπάλληλοι και ακόμη και πολλοί τεχνικά καταρτισμένοι βιομηχανικοί εργάτες σε βιομηχανίες-κλειδιά μπορούσαν να κρατηθούν υπό έλεγχο μέσω της αναπτυσσόμενης οικονομίας. Αλλά η ανάπτυξη δεν διαρκεί ποτέ για πάντα. Η ανεργία άρχισε να αυξάνεται τη δεκαετία του 1970, καθώς η τιμή του πετρελαίου σταθεροποιήθηκε και στη συνέχεια μειώθηκε. Ο πληθωρισμός ταυτόχρονα αυξήθηκε και, το 1977, η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Αμουζεγκάρ αντέδρασε με την πρόκληση ύφεσης. Αυτό επιδείνωσε την αυξανόμενη ανεργία, ιδίως μεταξύ των νέων και του ημιπρολεταριάτου. Καθώς η προλεταριοποίηση συνέχισε να προσελκύει τους πρώην εργάτες γης στις πόλεις, ο κατασκευαστικός κλάδος ήταν ο μόνος που μπορούσε να απορροφήσει αυτούς τους νέους μισθωτούς εργάτες, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη τις τεχνικές δεξιότητες για εργασίες παροχής υπηρεσιών ή βιομηχανική εργασία υψηλής εξειδίκευσης. Η επιβράδυνση της οικονομίας έπληξε σκληρά τον κατασκευαστικό τομέα. Ακολούθησε αυξανόμενος στασιμοπληθωρισμός και εργατικές κινητοποιήσεις.

Μετά το 1977, τη χρονιά που ο πληθωρισμός υπερδιπλασιάστηκε στο δυσθεώρητο ύψος των 27,3 ποσοστιαίων μονάδων,[5] οι διαδηλώσεις από τις διαφορετικές οργανώσεις της αντιπολίτευσης έγιναν πιο συχνές και πανταχού παρούσες. Ενώ οι βιομηχανικοί εργάτες είχαν οργανώσει άγριες απεργίες ήδη γύρω στο 1973, αυτές άρχισαν να γενικεύονται από το 1978 και μετά, με αποκορύφωμα τη μαζική απεργία του φθινοπώρου του 1978. Η καμπάνα του θανάτου του καθεστώτος χτύπησε όταν οι εργάτες της πετρελαιοβιομηχανίας προσχώρησαν στην απεργία και αφαίρεσαν τον σημαντικότερο οικονομικό πόρο του κράτους. Η πτώση του καθεστώτος του Σάχη θα ήταν αδιανόητη χωρίς αυτή τη μαζική απεργία. Πάνω από ένας χρόνος απεργιών, διαδηλώσεων και ταραχών κορυφώθηκε τελικά με τη γενική εξέγερση από τις 9 έως τις 11 Φεβρουαρίου 1979. Το τελευταίο καρφί μπήκε στο φέρετρο.

Ένα αναποδογυρισμένο φορτηγό με το σήμα της Pepsi καίγεται στο κέντρο της Τεχεράνης κατά τη διάρκεια ταραχών που παρέλυσαν την πόλη στις 27 Δεκεμβρίου του 1978.

Κατά τη διάρκεια της μαζικής απεργίας και της εξέγερσης, η παραταξιακή σύγκρουση εξαπλώθηκε και ο ανταγωνισμός για τη θέση της επαναστατικής πρωτοπορίας εντάθηκε. Σε όλη τη βιομηχανία, το προλεταριάτο είχε μετατρέψει τις απεργιακές επιτροπές σε εργατικά συμβούλια (shora στα περσικά). Τα συμβούλια, οι επιτροπές και οι συνελεύσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στα εργοστάσια, αλλά εξαπλώθηκαν σε σχολεία, πανεπιστήμια, αγροκτήματα, ακόμη και σε στρατώνες. Αλλά ενώ οι εργοστασιακές επιτροπές διαμορφώθηκαν από τη συμμετοχή αριστερών ομάδων, στις επιτροπές γειτονιάς κυριαρχούσαν οι ισλαμιστές, καθώς πολλές από αυτές οργανώνονταν μέσω των τζαμιών. Οι επιτροπές αυτές ελέγχονταν από μια μυστική κεντρική επιτροπή των Χομεϊνιστών. Οι Φρουροί της Επανάστασης (Pasdaran) προέκυψαν από αυτές τις επιτροπές, εκκαθαρίζοντας τους διαφωνούντες από τις τάξεις τους. Οι Φρουροί της Επανάστασης αποτελούσαν επίσης ένα αντίβαρο στις καλά εξοπλισμένες αριστερές αντάρτικες ομάδες που είχαν αυξήσει τις δυνάμεις τους και τη δημοτικότητά τους κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ιδίως μεταξύ των νεότερων μη θρησκευόμενων ανθρώπων.

Για να εδραιώσουν στέρεα την ηγεμονία τους επί της Επανάστασης, ο κλήρος και η μικροαστική τάξη γύρω από τον Χομεϊνί χρησιμοποιούσαν όλο και περισσότερο τη γλώσσα του αντι-ιμπεριαλισμού και του λαϊκισμού, υιοθετώντας όρους και σύμβολα της αριστεράς. Στον ιδεολογικό χαρακτήρα του αντι-ιμπεριαλισμού, οι οπαδοί του Χομεϊνί βρήκαν ένα έτοιμο εργαλείο συσκότισης και ερμηνείας του κόσμου με βάση την κοινή λογική προς όφελος της απήχησής τους και της τελικής τους νίκης. Ο αντι-ιμπεριαλισμός ήταν η μαμή με την οποία εγκαθιδρύθηκε μια νέα μορφή αστικής δικτατορίας. Δεν είναι επαρκές να χωρίζουμε την επανάσταση σε δύο διακριτές στιγμές: μια ηρωική επαναστατική περίοδο που ακολουθείται από την αντεπανάσταση. Αντίθετα, η επανάσταση και η αντεπανάσταση ήταν, όπως συμβαίνει συχνά, συνυφασμένες.

Το θέαμα του αντι-ιμπεριαλισμού κορυφώθηκε με την κρίση των ομήρων της αμερικανικής πρεσβείας. Ενώ συχνά μνημονεύεται ως μια σπουδαία ταπείνωση του αμερικανικού ιμπεριαλισμού, στην πραγματικότητα είχε να κάνει πολύ περισσότερο με τις εσωτερικές συγκρούσεις. Η κράτηση των ομήρων επέτρεψε στους οπαδούς του Χομεϊνί να πάρουν το προβάδισμα έναντι των αντιπάλων τους ως πρωτοπορία του αντι-ιμπεριαλιστικού αγώνα. Σε μια εποχή που οι κοινωνικές συγκρούσεις μαίνονταν –με εξεγέρσεις στην περιφέρεια, ενισχυόμενες φοιτητικές κινητοποιήσεις, διαμαρτυρίες ενάντια στους νέους νόμους περί φύλου και τον ενδυματολογικό κώδικα και συνεχιζόμενες συγκρούσεις στους χώρους εργασίας μεταξύ της διοίκησης και των εργατικών συμβουλίων– και η απογοήτευση από την πορεία της Επανάστασης γινόταν όλο και πιο εμφανής, η κρίση των ομήρων ένωσε το έθνος γύρω από ένα διεθνές θέαμα που μεταδιδόταν καθημερινά στα σπίτια τους. Η πρεσβεία έγινε σημείο συνεχούς συσπείρωσης και κινητοποίησης. Επέφερε την πτώση των φιλελεύθερων εθνικιστών της προσωρινής κυβέρνησης και, το σημαντικότερο, ήταν ένας τρόπος να αποκτήσουν οι Χομεϊνιστές πλεονέκτημα έναντι της αριστεράς. Ήρθε την κατάλληλη στιγμή για τους οπαδούς του Χομεϊνί. Η αγανάκτηση του πληθυσμού αυξανόταν για τα οικονομικά προβλήματα, αλλά και για το ολοένα και πιο καταπιεστικό περιβάλλον. Οι απεργίες πλήθαιναν και αυτό ήταν προς όφελος των αριστερών ομάδων. Όλα αυτά σβήστηκαν με το θέαμα της πολιορκίας της πρεσβείας.[6]

Ενώ η κρίση της πρεσβείας συνέβαλε στην ενίσχυση της ηγεμονίας της, ήταν ο πόλεμος με το Ιράκ που σταθεροποίησε την Ισλαμική Δημοκρατία, θεσμοποιώντας τους Φρουρούς της Επανάστασης και εγκαινιάζοντας μια σκοτεινή περίοδο για την ταξική πάλη. Οι απεργίες απαγορεύτηκαν και οι εργαζόμενοι που οργάνωναν οποιεσδήποτε κινητοποιήσεις κατηγορούνταν ως πράκτορες του ιμπεριαλισμού. Η ιδεολογική κινητοποίηση συνοδευόταν από σκληρή καταστολή, με τις φυλακίσεις και τις εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες να βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη. Ακόμα και οι αριστερές οργανώσεις που είχαν στηρίξει πιστά το καθεστώς, όπως το κόμμα Tudeh και η πλειοψηφία των Φενταγίν, δεν γλίτωσαν.[7] Τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου, το Ιράκ ήταν έτοιμο να ζητήσει ειρήνη, αλλά ο Χομεϊνί απέρριψε την προσφορά. Ο ίδιος και οι υποστηρικτές του κατάλαβαν ότι, όσο διαρκούσε ο πόλεμος, μπορούσαν να επιβάλουν την κοινωνική ενότητα.

Ο πόλεμος τελικά έφτασε στο τέλος του το φθινόπωρο του 1988, και μαζί με αυτό, συντελέστηκε μια τελευταία αιματοχυσία. Ο Χομεϊνί εξέδωσε διάταγμα με το οποίο έδωσε εντολή στους υποστηρικτές του να εκκαθαρίσουν τις φυλακές από την αριστερή αντιπολίτευση. Συντηρητικές εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 5.000 εκτελέσεις μόνο το καλοκαίρι του 1988. Τον επόμενο χρόνο ο Χομεϊνί πέθανε, και ο χαρισματικός ηγέτης που συσπείρωνε τον κυβερνητικό συνασπισμό δεν ήταν πλέον εκεί για να διαμεσολαβήσει τις αντιθέσεις.

Δημοκρατία

Η επόμενη δεκαετία χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη μιας πολιτικής με επίκεντρο το δόγμα «πρώτα η οικονομία». Τα εναπομείναντα ριζοσπαστικά λαϊκιστικά στοιχεία μετριάστηκαν προς όφελος της οικονομικής φιλελευθεροποίησης. Οι λαϊκιστικές ιδεολογίες που εξήραν τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους αντικαταστάθηκαν από το εγκώμιο του έντιμου εμπόρου, την καθαγίαση της ατομικής ιδιοκτησίας και τις συστάσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Την περίοδο αυτή, οι ιδιωτικοποιήσεις ιρανικών επιχειρήσεων και υπηρεσιών αυξήθηκαν με ταχύτατους ρυθμούς, ενώ ξέσπασαν αγώνες για την προστασία των επιδοτήσεων σε βασικά αγαθά, όπως το μαγειρικό λάδι, το αλεύρι και τα καύσιμα. Με την αντιπολίτευση ηττημένη και την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του κράτους εδραιωμένη, ίσχυε πράγματι ότι «ο Λοκ αντικατέστησε τον Αββακούμ».[8]

Η ένταση που δημιούργησε η οικονομική φιλελευθεροποίηση καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 ξέσπασε στις φοιτητικές ταραχές του 1999, οι οποίες πυροδοτήθηκαν όταν δεξιοί τραμπούκοι επιτέθηκαν σε φοιτητές που διαμαρτύρονταν για το κλείσιμο μιας φιλελεύθερης εφημερίδας. Παρόλο που παρουσιάστηκε ως ένα φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό κίνημα πρόσφατα πολιτικοποιημένων φοιτητών, αυτή η αλληλουχία γεγονότων αποτέλεσε τη μεγαλύτερη διαδήλωση ενάντια στην κυβέρνηση από την Επανάσταση και μέχρι τότε. Δεν άργησε να επιστρέψει στο προσκήνιο και η μαχητική δράση της εργατικής τάξης.

Οι εργατικές κινητοποιήσεις ενισχύθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 2000 και έκτοτε συνεχίζονται σε πολλούς τομείς. Από εκείνη την εποχή, ένας από τους κύριους αγώνες υπήρξε η συγκρότηση ανεξάρτητων συνδικάτων, διαχωρισμένων από το κράτος. Καθώς οι οικονομικές συνθήκες επιδεινώνονταν, ο λαϊκισμός ανέκτησε τις δυνάμεις του και το 2005 εξελέγη ο δεξιός λαϊκιστής Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ. Παρά τη ρητορική ενάντια στις ελίτ, η λιτότητα συνεχίστηκε για την εργατική τάξη. Κατά ειρωνικό τρόπο, η λιτότητα, και ιδίως η κατάργηση των επιδοτήσεων, εφαρμόστηκε με μεγαλύτερη επιτυχία υπό τον λαϊκιστή Αχμαντινετζάντ παρά υπό τον φιλελεύθερο Χαταμί. Ο Αχμαντινετζάντ ενέτεινε την καταστολή, παράλληλα με τη λαϊκιστική δημαγωγία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Αχμαντινετζάντ έγινε το «αγαπημένο παιδί» της αντι-ιμπεριαλιστικής αριστεράς, ιδιαίτερα όταν ο Ούγκο Τσάβες τον αγκάλιασε και τον αποκάλεσε «αδελφό» του. Η δεύτερη θητεία του ξεκίνησε με αυτό που έμεινε γνωστό ως «Πράσινο Κίνημα», το οποίο κατήγγειλε ότι οι εκλογές είχαν κλαπεί εις βάρος του μεταρρυθμιστή αντιπάλου του. Παρόλο που ακολούθησε μια νέα σειρά διαδηλώσεων, αυτό σήμανε ταυτόχρονα και το τέλος του μεταρρυθμισμού. Για τους Ιρανούς εργάτες και φοιτητές, ήταν προφανές ότι ούτε οι μεταρρυθμιστές ούτε οι συντηρητικοί προσέφεραν κάποιο μέλλον.

Παρά τις δεκαετίες ιδιωτικοποιήσεων, η ιρανική οικονομία παραμένει σήμερα στενά συνδεδεμένη με το κράτος μέσω των εθνικοποιημένων βιομηχανιών πετρελαίου και φυσικού αερίου. Για παράδειγμα, η Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου του Ιράν είναι η μεγαλύτερη οικονομική μονάδα σε ολόκληρη τη χώρα. Κεντρικό ρόλο στην οικονομία της Ισλαμικής Δημοκρατίας διαδραματίζουν τα μπονιάντ (bonyads) ή ιδρύματα. Καταχωρημένα ως «φιλανθρωπικές» οργανώσεις, τα μπονιάντ ελέγχουν περίπου το 20% του ΑΕΠ του Ιράν. Μετά την Επανάσταση, το Ίδρυμα Παχλαβί (Bonyad-e Pahlavi), το οποίο εκπροσωπούσε τα οικονομικά συμφέροντα και τις επενδύσεις της βασιλικής αυλής, μακριά από τον επίσημο έλεγχο, πέρασε στα χέρια του κράτους και μετονομάστηκε σε Ίδρυμα των Καταπιεσμένων (Bonyad-e Mostazafin). Στην πραγματικότητα, το Bonyad-e Mostazafin λειτουργεί ως εταιρεία συμμετοχών (holding company) –η μεγαλύτερη στη Μέση Ανατολή– με συμμετοχή σε πολυάριθμους τομείς της οικονομίας. Σήμερα, αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη εμπορική επιχείρηση της χώρας μετά την Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου του Ιράν. Τα μπονιάντ συνδέονται στενά με τους Φρουρούς της Επανάστασης, οι οποίοι με τη σειρά τους βρίσκονται υπό τον έλεγχο του γραφείου του Ανώτατου Ηγέτη.

Μπορεί οι αμερικανικές εταιρείες να εκδιώχθηκαν μετά την Επανάσταση, ωστόσο κεφάλαια από άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έσπευσαν γρήγορα να καλύψουν το κενό. Οι άμεσες ξένες επενδύσεις συνεχίζουν να ρέουν από βρετανικές, γαλλικές, γερμανικές, ιαπωνικές και, ολοένα και περισσότερο, κινεζικές πολυεθνικές, οι οποίες προσελκύονται από τις «Ελεύθερες Οικονομικές Ζώνες», όπως η Ενεργειακή Ζώνη του Νότιου Παρς. Αυτά τα τεράστια συγκροτήματα απασχολούν εκατοντάδες χιλιάδες επισφαλείς και κακοπληρωμένους εργάτες, στοιβαγμένους σε άθλιες συνθήκες διαβίωσης, για να υπηρετούν το ξένο κεφάλαιο σε μία από τις πιο θερμές περιοχές του κόσμου.[9]

Εικόνα ενός καμένου βενζινάδικου από τις διαδηλώσεις του 2019 κατά των αυξήσεων των τιμών των καυσίμων

Την τελευταία δεκαετία, η λιτότητα και η αστυνομική καταστολή έχουν αναδειχθεί σε επίκεντρα κοινωνικών συγκρούσεων. Οι απεργίες και οι διαδηλώσεις έχουν αυξηθεί σε συχνότητα, ξεσπώντας περιοδικά σε γενικευμένες εξεγέρσεις ή στάσεις, όπως στην περίπτωση της γενικής απεργίας του 2018-2019 ή των διαδηλώσεων του 2019-2020, οι οποίες είχαν ως άμεσες αιτίες την οικονομική δυσχέρεια, τη διαφθορά ή την αύξηση των τιμών της ενέργειας. Κάθε φορά, το κράτος απαντά με σκληρή καταστολή,[10] η οποία απλώς τροφοδοτεί το αντικυβερνητικό αίσθημα που υποδαυλίζει την επόμενη έκρηξη. Πράγματι, ο κύκλος των ταραχών χαρακτηρίζεται από μια κλιμακούμενη δυναμική. Η πιο πρόσφατη εμφανής κορύφωση ήταν η εξέγερση στα τέλη του 2022 και στις αρχές του 2023, η οποία πυροδοτήθηκε από τη δολοφονία της Ζίνα Αμινί (Jina Amini) από την αστυνομία.[11] Αν και πυροδοτήθηκαν από συγκεκριμένες καταγγελίες ή αιτήματα, αυτές οι αλληλουχίες διαμαρτυριών αποδεικνύουν ότι τα ζητήματα της ταξικής σύγκρουσης, της περιβαλλοντικής καταστροφής, της κρατικής καταστολής, του εθνοτικού ρατσισμού ή της έμφυλης καταπίεσης δεν μπορούν να διαχωριστούν το ένα από το άλλο. Αυτό γίνεται πιο έκδηλο με κάθε έκρηξη. Ωστόσο, είναι ακριβώς αυτή η ετερόκλητη σύνθεση και η επιδιωκόμενη ενότητα που εκθέτει τα σύγχρονα ιρανικά κοινωνικά κινήματα στις ίδιες αντεπαναστατικές δυνάμεις που νίκησαν την Επανάσταση του 1979. Το φάντασμα της εθνικής ενότητας παραμονεύει στις σκιές που ρίχνει κάθε αποτυχημένη εξέγερση. Τα συνθήματα της αριστεράς αφομοιώνονται ξανά και απογυμνώνονται από το πολιτικό τους περιεχόμενο.[12]

 

Κατάλοιπα

Τα τελευταία χρόνια, καμία άλλη αλληλουχία γεγονότων δεν συνέβαλε περισσότερο από τον «πόλεμο των 12 ημερών» στο ξαναζωντάνεμα μιας φαινομενικά θνήσκουσας ιδεολογίας, αποτελώντας άλλη μια «ευλογία» για το καθεστώς.[13] Όπως ήταν αναμενόμενο, ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού συσπειρώθηκε γύρω από τη σημαία του έθνους. Σήμερα, οι βαθύπλουτοι που αποκομίζουν τα κέρδη τους μέσω των διασυνδέσεών τους με το κράτος μπορούν να κρύψουν την εκμετάλλευση που ασκούν πίσω από την εξωτερική απειλή του ιμπεριαλισμού. Ενώ οι εργατικές τάξεις αγωνίζονται να πληρώσουν το ενοίκιο ή να αγοράσουν βασικά αγαθά, ο πολυτελής τρόπος ζωής των βόρειων προαστίων της Τεχεράνης παραμένει κρυμμένος πίσω από αυτή τη σύγκρουση. Ο πόλεμος έδωσε στην άρχουσα τάξη την ευκαιρία να εντείνει τη λιτότητα στο όνομα των θυσιών για το έθνος. Η θέση της Ισλαμικής Δημοκρατίας ως κεντρικού κόμβου του «Άξονα της Αντίστασης»[14] καθιστά ακόμη πιο δύσκολο για πολλούς αριστερούς στη Δύση να αποκτήσουν μια σαφή εικόνα για το πώς πραγματικά λειτουργεί. Το Ιράν διατηρεί ορισμένες αντι-ιμπεριαλιστικές θέσεις, ενώ ταυτόχρονα προωθεί θεμελιωδώς αντιδραστικές πολιτικές και αναπτυξιακές πορείες – έναν αντι-ιμπεριαλιστικό ιμπεριαλισμό.[15] Αυτή είναι, στην πραγματικότητα, η ιστορία της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Η άνευ όρων αποδοχή αυτών των απατηλών μορφών κόστισε πολύ ακριβά στην ιρανική αριστερά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Παρά την αντι-ιμπεριαλιστική δημαγωγία, η Ισλαμική Δημοκρατία ήταν πάντα πρόθυμη να ενσωματωθεί στη διεθνή κοινότητα της αστικής τάξης. Η ιδέα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αδιάλλακτες στην αντίθεσή τους προς την Ισλαμική Δημοκρατία και το αντίστροφο –ότι το σημερινό ιρανικό καθεστώς είναι αδιάλλακτο στην «αντίστασή» του– ανήκει στη σφαίρα των κόμικς και των κακών κατασκοπευτικών ταινιών. Το Ιράν διαθέτει αστική τάξη, η οποία, όπως όλες οι αστικές τάξεις, ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη διατήρηση των συμφερόντων της· αυτό υπερβαίνει την ιδεολογική αφοσίωση σε οποιαδήποτε πολιτική εξουσία. Υπάρχει σίγουρα μια μερίδα της ιρανικής αστικής τάξης, ακόμη και όσων είναι επί του παρόντος πιστοί στο καθεστώς, που θα ήθελε να διατηρήσει την Ισλαμική Δημοκρατία, αλλά χωρίς κάποιες από τις υπερβολές της και με μια πιο «ορθολογική» διαχείριση του κεφαλαίου. Δεκαετίες αναδιάρθρωσης από το ΔΝΤ, φιλελευθεροποίησης και λιτότητας έχουν καταδείξει την επιθυμία της τρέχουσας ιρανικής διοίκησης να ενταχθεί στην παγκόσμια οικονομική τάξη. Η καπιταλιστική τάξη θα εργαστεί για να διαφυλάξει τα συμφέροντά της, ίσως ακόμη και να αποκηρύξει την πίστη της στο σημερινό καθεστώς, αν αυτό τη βολεύει. Το να υποστηρίζει κανείς το αντίθετο είναι καθαρός ιδεαλισμός.

Με την πρόσφατη αναζωπύρωση του εθνικισμού, τα ρήγματα στο εσωτερικό της εργατικής τάξης αρχίζουν να επανεμφανίζονται, κυρίως κατά μήκος των γραμμών νομιμοφροσύνης προς την Ισλαμική Δημοκρατία. Οι επίσημες απολιθωμένες οργανώσεις –τα κρατικά συνδικάτα– έχουν σηκώσει την εθνική σημαία, ενώ τα αυτόνομα όργανα της εργατικής τάξης συνεχίζουν τον ανήφορο της μαχητικής αντιπολίτευσης. Υπό το πρόσχημα της εθνικής ασφάλειας, το Ιράν έχει απελάσει πάνω από μισό εκατομμύριο Αφγανούς μετανάστες από το τέλος του «πολέμου των 12 ημερών».[16] Αυτές οι τελευταίες επιθέσεις δεν είναι παρά οι πιο πρόσφατες εκφράσεις μιας δοκιμασμένης στρατηγικής. Το γεγονός ότι τόσο το Ιράν όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίδονται σε παρόμοιες επιθέσεις ενάντια στον πιο ευάλωτο μεταναστευτικό τους πληθυσμό δεν είναι σύμπτωση, αλλά αποκαλύπτει μια γενική τάση που διαμορφώνει τον διακρατικό ανταγωνισμό και την εσωτερική εθνική αντίδραση. Εν τω μεταξύ, οι διαδηλώσεις και οι συγκρούσεις παραμένουν συχνό φαινόμενο απέναντι στις καθημερινές ταπεινώσεις και την εξαθλίωση που συνεπάγεται η λιτότητα, όπως οι καθημερινές διακοπές ρεύματος και νερού που συμβαίνουν συχνά κατά τις πιο θερμές περιόδους του έτους. Ο πόλεμος μπορεί να κατέπνιξε προς το παρόν την απειλή της επανάστασης, αλλά οι υλικές συνθήκες που ώθησαν τις μάζες της ιρανικής κοινωνίας στην εξέγερση παραμένουν.

Πρέπει να θέσουμε θεμελιώδη ερωτήματα. Ποιοι είναι οι σύντροφοί μας στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό; Είναι οι σύντροφοί μας οι εργάτες, οι εκπαιδευτικοί, οι αγωνιστές για τα δικαιώματα των παιδιών, οι μετανάστες χωρίς χαρτιά που αντιμετωπίζουν τον ρατσισμό και την απέλαση, ή είναι οι στρατηγοί, οι έμποροι, οι κληρικοί και οι γραφειοκράτες; Ποια είναι η κοινωνική σύνθεση των αποκαλούμενων δυνάμεων της «αντίστασης» που εμφανίζονται στο παγκόσμιο στερέωμα; Σε ποιον ή σε τι λογοδοτούν; Αυτά τα ερωτήματα μπορούν να τεθούν για κάθε εθνικό μέσο συσσώρευσης κεφαλαίου, όχι μόνο για το Ιράν. Πρέπει να προχωρήσουμε πέρα από μια επιπόλαιη στοίχιση με τον αντι-ιμπεριαλισμό, διαφορετικά κινδυνεύουμε να εγκαταλείψουμε τους συντρόφους μας εργάτες και φοιτητές στα χέρια των εκμεταλλευτών και των δήμιών τους.

 

 Σημειώσεις

[1] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Vijay Prashad, ο οποίος ξέρει καλά το κομμουνιστικό κίνημα στο Ιράν, αλλά χρησιμοποιεί αυτή τη γνώση και την ιστορία για να αποσπάσει με αυτόν τον τρόπο υποστήριξη για το ίδιο το καθεστώς που συνέτριψε αυτό το κίνημα.

[2] Οι σχεδιασμοί της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Κένεντι στόχευαν σε συγκεκριμένες στρατηγικές περιοχές, στις οποίες θα έπρεπε να επιβληθούν εκ των άνω συγκεκριμένες καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις. Η Βραζιλία ήταν ένα άλλο έθνος που επιλέχθηκε στο πλαίσιο του σχεδίου Κένεντι.

[3] Αποκαλούμενη και ως «Επανάσταση του Σάχη και του λαού» από το καθεστώς.

[4] Ήταν αυτή η γενιά που αποτέλεσε τη βάση των δύο κύριων αντάρτικων ομάδων που θα έπαιζαν κεντρικό ρόλο στην επανάσταση του 1979, της αριστερής ισλαμιστικής Sazeman-e Mujahideen-e Khalq (Οργάνωση Ανταρτών Μουτζαχεντίν του Λαού), που συνήθως αναφέρεται ως Μουτζαχεντίν, και της μαρξιστικής-λενινιστικής Sazeman-e Cherikha-ye Fedaiyan-e Khalq (Οργάνωση Ανταρτών Φενταγίν του Λαού), που συνήθως αναφέρεται ως Φενταγίν. Ήταν απογοητευμένοι από τον ρεφορμισμό της παλαιότερης γενιάς του εθνικιστικού Εθνικού Μετώπου και του κομμουνιστικού Κόμματος Tudeh.

[5] https://data.worldbank.org/indicator/FP.CPI.TOTL.ZG?locations=IR

[6] Την ώρα που καταλαμβανόταν η πρεσβεία των ΗΠΑ, το «Σπίτι της Εργασίας», το Khaneh-ye Kargar , το οποίο λειτουργούσε ως ντε φάκτο υπουργείο Εργασίας, καταλήφθηκε από άνεργους εργάτες. Περιττό να πούμε ότι αυτό ήταν ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα μαχητικής εργατικής δράσης που χάθηκε στο θέαμα της κρίσης των ομήρων.

[7] Το Tudeh και η πλειοψηφία των Φενταγίν γίνονταν ανεκτά μέχρι το 1983. Αφού ο Χομεϊνί απέρριψε την κατάπαυση του πυρός, το καθεστώς στράφηκε εναντίον των τελευταίων μαρξιστικών οργανώσεων που είχαν απομείνει. Τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του Tudeh σύρθηκαν μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες για να αποκηρύξουν τον μαρξισμό και να ομολογήσουν ότι ήταν κατάσκοποι της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό έγινε κυρίως για να κερδηθεί ο ιδεολογικός πόλεμος εναντίον του μαρξισμού.

[8] Καρλ Μαρξ, Η 18η Μπρυμαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη.

[9] Πολλοί από τους εργαζόμενους εκεί έχουν επισφαλείς συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Πράγματι, η πετρελαϊκή βιομηχανία εφαρμόζει μια ιεραρχία μεταξύ αυτού του κυμαινόμενου πλεονάζοντος πληθυσμού και των πιο σταθερών εξειδικευμένων εργαζομένων με μόνιμες ή μακροχρόνιες συμβάσεις, οι οποίοι λαμβάνουν πολύ υψηλότερες αμοιβές. Οι τελευταίοι μάλιστα εκπροσωπούνται από συνδικάτα που συνδέονται με την κυβέρνηση. Η πολύ μεγαλύτερη ομάδα εργαζομένων με συμβάσεις ορισμένου χρόνου που αντιμετωπίζουν κακές συνθήκες και επισφάλεια έχει καταφέρει να οργανώσει το δικό της αυτόνομο συνδικάτο και να πραγματοποιήσει μια σειρά σημαντικών απεργιών τα τελευταία χρόνια. Το 2021-2022 πραγματοποίησαν μια μεγάλη απεργία που εξαπλώθηκε σε πολλές άλλες πόλεις και μάλιστα πέρα από τον τομέα της ενέργειας.

[10] Το χειρότερο περιστατικό εκτυλίχθηκε στα τέλη του 2019 με τον «Ματωμένο Αμπάν [Νοέμβρη]» (Bloody Aban), όταν άγνωστος αριθμός διαδηλωτών σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν.

[11] Για έναν απολογισμό της συγκεκριμένης εξέγερσης, βλέπε Assareh Assa, «The Jina Rebellion: Elements of an Analysis of the Movement in Iran», The Brooklyn Rail, Μάιος 2023.

[12] Το σύνθημα που έγινε δημοφιλές κατά τη διάρκεια της εξέγερσης για τη δολοφονία της Ζίνα Αμινί, «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», έχει τις ρίζες του στη ριζοσπαστική φεμινιστική πτέρυγα του κουρδικού κινήματος. Μετατράπηκε σε ένα γενικό ιδεολογικό σύνθημα, μια ομπρέλα που περιλαμβάνει εργάτες και καταπιεσμένες εθνότητες, ενώ ταυτόχρονα το επικαλούνται σελέμπριτις και οπαδοί της έκπτωτης μοναρχίας.

[13] Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, το Ιράν βρισκόταν στην τρίτη εβδομάδα μιας πανεθνικής απεργίας των οδηγών φορτηγών. Η απεργία αποκτούσε δυναμική εκείνη τη στιγμή και άρχιζε να προκαλεί ανησυχία. Τότε έπεσαν οι βόμβες.

[14] Ο «Άξονας της Αντίστασης» είναι ένας άτυπος πολιτικός συνασπισμός στη Μέση Ανατολή, ο οποίος δημιουργήθηκε από το Ιράν και έχει ως στόχο να υπονομεύσει την επιρροή των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην περιοχή. Στις οργανώσεις-μέλη περιλαμβάνονται η Χεζμπολάχ, η Ισλαμική Αντίσταση στο Ιράκ [IRI], οι Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης (Ιράκ) [PMF], οι Χούθι της Υεμένης και μια σειρά από παλαιστινιακές οργανώσεις αντίστασης, συμπεριλαμβανομένης της Χαμάς.

[15] Ένα στοιχείο που διακρίνει το χομεϊνικό κίνημα από το καθεστώς του Σάχη, ιδιαίτερα στην πρώιμη φάση του, είναι ότι υπήρξε αντιαναπτυξιακό και αντιπαραγωγικό. Ενσαρκώνει ένα είδος μικροαστικού ουτοπικού λαϊκισμού που απευθύνεται τόσο στους νεοαφιχθέντες μετανάστες, τους λούμπεν ή τους ημιπρολετάριους, όσο και στους εμπόρους και τους τεχνίτες του παζαριού.

[16] https://iranhumanrights.org/2025/07/iran-forcibly-deports-nearly-600000-afghan-migrants-amid-post-war-crackdown/