
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από ένα ευρύτερο άρθρο σχετικά με τη μαρξιστική συζήτηση γύρω από τα σχήματα αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Πέραν της συζήτησης περί της ορθότητας της θέσης της Λούξεμπουργκ ότι ο καπιταλισμός χρειάζεται πάντοτε «μη καπιταλιστικά» περιβάλλοντα για να επεκταθεί προκειμένου να επιβιώσει –η οποία βασίζεται σε μια θεωρία υποκατανάλωσης για την κρίση– είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστεί εξαρχής η πολιτική της στάση. Η ίδια έλεγε με σαφήνεια ότι η «αυτοδιάθεση των εθνών» είναι αδύνατη έξω από τον σοσιαλισμό. Αυτή η θέση οδηγεί άμεσα στη συνέπεια ότι ο αγώνας για τον σοσιαλισμό, δηλαδή η προλεταριακή επανάσταση, προηγείται της αυτοδιάθεσης. Γι’ αυτό και η Λούξεμπουργκ δεν στήριξε ποτέ πολιτικά, κινήματα υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας, παρότι περιέγραφε με τα πιο μελανά χρώματα την αποικιακή βία και παρότι η θέση της για τις προκαπιταλιστικές κοινότητες έρρεπε προς τον ρομαντισμό. Γι’ αυτόν τον λόγο, άλλωστε, της «επιτέθηκε» ο Λένιν στην κριτική του για την μπροσούρα του Γιούνιους (αγνοώντας βέβαια τότε ότι ήταν αυτή η συγγραφέας). Εκεί, εξετάζοντας το ζήτημα της «εθνικής άμυνας» για τα μικρά κράτη, η Λούξεμπουργκ έγραφε το εξής: «Έτσι, είναι πάντα το ιστορικό πλαίσιο του σύγχρονου ιμπεριαλισμού που καθορίζει τον χαρακτήρα του πολέμου στις επιμέρους χώρες, και αυτό το πλαίσιο καθιστά αδύνατη την εθνική αυτοάμυνα». Αυτή η ριζοσπαστική απόρριψη κάθε εθνικής ρητορικής, ήταν ακριβώς η θεωρητική βάση πάνω στην οποία στηρίχτηκαν πολλοί κομμουνιστές, τόσο στον Α’ όσο και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, για την υιοθέτηση μιας ξεκάθαρα διεθνιστικής αντιπολεμικής θέσης. Το πώς η οικονομική της θεωρία συγκρούστηκε με τον ρεφορμισμό, αλλά και το πώς άφησε περιθώρια για πολιτικές παρερμηνείες, εξετάζεται στο κείμενο που ακολουθεί.
Ρόζα Λούξεμπουργκ
Επιστρέφοντας στη μαρξιστική συζήτηση για τα σχήματα αναπαραγωγής, στον πυρήνα της κριτικής που άσκησε η Λούξεμπουργκ στα σχήματα αναπαραγωγής του Μαρξ, μέσα από το έργο της Η συσσώρευση του κεφαλαίου, βρίσκεται το εξής μεθοδολογικό ζήτημα: «Η θεωρητική υπόθεση μιας κοινωνίας που απαρτίζεται μόνο από καπιταλιστές και εργάτες […] δεν είναι επαρκής όταν εξετάζουμε τη συσσώρευση του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Καθώς αυτό αντιπροσωπεύει την πραγματική ιστορική διαδικασία της καπιταλιστικής ανάπτυξης, μου φαίνεται αδύνατο να το κατανοήσω εάν κάποιος αφαιρέσει από αυτό όλες τις συνθήκες της ιστορικής πραγματικότητας. Η συσσώρευση του κεφαλαίου ως ιστορική διαδικασία αναπτύσσεται σε ένα περιβάλλον διαφόρων προ-καπιταλιστικών σχηματισμών, σε έναν συνεχή πολιτικό αγώνα και σε αμοιβαίες οικονομικές σχέσεις.»[1]
Υπό αυτό το πρίσμα, η Λούξεμπουργκ υποστήριξε ότι για να μελετηθεί η διευρυμένη αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου είναι απαραίτητος ο διαχωρισμός μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής αγοράς, διαχωρισμός που δεν είναι γεωγραφικός αλλά κοινωνικοοικονομικός. Εσωτερική αγορά ονομάζει την καπιταλιστική αγορά και εξωτερική αγορά το μη καπιταλιστικό κοινωνικό περιβάλλον, που απορροφά τα προϊόντα του και προμηθεύει στοιχεία παραγωγής και εργατική δύναμη. Ουσιαστικά δηλαδή υπάρχει ένα τμήμα της παγκόσμιας οικονομίας που υπάγεται στο καπιταλιστικό σύστημα και ένα άλλο, διαρκώς μειούμενο, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη προ-καπιταλιστικών υπολειμμάτων. Λόγω της υποκατανάλωσης, αφού ο μισθός των εργατών υστερεί σε σχέση με τους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας και τον όγκο των παραγόμενων καταναλωτικών εμπορευμάτων, καθίσταται αδύνατη η διευρυμένη αναπαραγωγή του συνολικού κοινωνικού κεφαλαίου. Έτσι το κεφάλαιο για να ξεπεράσει την κρίση του στρέφεται στα επονομαζόμενα «τρίτα πρόσωπα» του «μη καπιταλιστικού περιβάλλοντος» των αποικιών που απορροφούν την πλεονάζουσα υπερπαραγωγή της αναπτυγμένης αποικιακής δύναμης. Κατ’ αυτό τον τρόπο ο ιμπεριαλισμός δεν είναι τίποτε άλλο παρά «η πολιτική έκφραση της διαδικασίας συσσώρευσης του κεφαλαίου καθώς αυτή συγκρούεται με τα υπολείμματα του παγκόσμιου χώρου που δεν κατακτήθηκαν ακόμα από το κεφάλαιο». Ή διαφορετικά, ιμπεριαλισμός είναι η συσσώρευση και η επέκταση του κεφαλαίου καθώς και η σύγκρουση για την πραγματοποίηση αυτής της επέκτασης. Ωστόσο, ο ιμπεριαλισμός δημιουργεί και τις προϋποθέσεις υπέρβασης του καπιταλισμού: Αφού προϋπόθεση της αναπαραγωγής του κεφαλαίου είναι η ύπαρξη μη καπιταλιστικού περιβάλλοντος, καθώς αυτό το περιβάλλον θα συρρικνώνεται τόσο ο καπιταλισμός θα οδεύει προς την κατάρρευση. Φυσικά, η Λούξεμπουργκ δεν εννοούσε ότι θα πρέπει να περιμένουμε να καταρρεύσει από μόνος του ο καπιταλισμός για να μεταβούμε στον κομμουνισμό. Είναι εξάλλου γνωστή η φράση της Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα:
«Ο Φρίντριχ Ένγκελς είπε κάποτε: “Η αστική κοινωνία βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, είτε μετάβαση στον σοσιαλισμό είτε οπισθοδρόμηση στη βαρβαρότητα.” Τι σημαίνει “οπισθοδρόμηση στη βαρβαρότητα” για τον ευγενή ευρωπαϊκό πολιτισμό μας; Μέχρι τώρα όλοι ίσως έχουμε διαβάσει και επαναλάβει αυτά τα λόγια απερίσκεπτα, χωρίς να υποψιαζόμαστε την τρομερή σοβαρότητά τους. Μια ματιά γύρω μας αυτή τη στιγμή δείχνει τι σημαίνει η οπισθοδρόμηση της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα. Αυτός ο παγκόσμιος πόλεμος είναι μια οπισθοδρόμηση στη βαρβαρότητα. Ο θρίαμβος του ιμπεριαλισμού οδηγεί στον αφανισμό του πολιτισμού. Στην αρχή αυτό συμβαίνει σποραδικά κατά τη διάρκεια ενός σύγχρονου πολέμου, αλλά στη συνέχεια, όταν η περίοδος των απεριόριστων πολέμων ξεκινήσει, εξελίσσεται προς τις αναπόφευκτες συνέπειές του. Σήμερα είμαστε αντιμέτωποι με εκείνη ακριβώς την επιλογή που είχε προβλέψει ο Φρίντριχ Ένγκελς πριν από μία γενιά: είτε τον θρίαμβο του ιμπεριαλισμού και την κατάρρευση ολόκληρου του πολιτισμού, όπως στην αρχαία Ρώμη, την ερήμωση, τον αφανισμό, τον εκφυλισμό – ένα τεράστιο νεκροταφείο. Είτε τη νίκη του σοσιαλισμού, που σημαίνει τον συνειδητό ενεργό αγώνα του διεθνούς προλεταριάτου ενάντια στον ιμπεριαλισμό και τη μέθοδο του πολέμου του. Αυτό είναι το δίλημμα της παγκόσμιας ιστορίας, είτε το ένα είτε το άλλο. Η πλάστιγγα ταλαντεύεται πριν την απόφαση του ταξικά συνειδητού προλεταριάτου. Το μέλλον του πολιτισμού και της ανθρωπότητας εξαρτάται από το εάν το προλεταριάτο θα αποφασίσει ή όχι να ρίξει γενναία το επαναστατικό σπαθί του επάνω στην πλάστιγγα. Σε αυτό τον πόλεμο ο ιμπεριαλισμός κέρδισε. Το αιματηρό σπαθί της γενοκτονίας έγειρε βάναυσα την πλάστιγγα προς τη μεριά της αβύσσου της δυστυχίας. Η μόνη αποζημίωση για όλη τη δυστυχία και για όλη την ντροπή θα είναι να μάθουμε από τον πόλεμο πώς το προλεταριάτο μπορεί να αρπάξει τον έλεγχο της μοίρας του και να δραπετεύσει από τον ρόλο του υπηρέτη της άρχουσας τάξης.» (Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, 1915)
Η κριτική των αυστρομαρξιστών στη Ρόζα Λούξεμπουργκ
Ο Καρλ Κάουτσκι άσκησε κριτική στη θέση της Λούξεμπουργκ περί κατάρρευσης του καπιταλισμού. Μάλιστα υποστήριζε ότι η Λούξεμπουργκ ερχόταν σε αντίθεση με τον Μαρξ αφού με τα σχήματα αναπαραγωγής ο Μαρξ απέδειξε ότι η καπιταλιστική παραγωγή μπορεί να αναπτύσσεται απεριόριστα –εφόσον υπάρχουν οι σωστές αναλογίες μεταξύ των μεμονωμένων κλάδων της παραγωγής– χωρίς να προκύπτει υπερπαραγωγή εμπορευμάτων.
Το ίδιο ακριβώς υποστήριζε και ο Ρούντολφ Χίλφερντινγκ: «Ο δεύτερος τόμος του Κεφαλαίου δείχνει το πώς η παραγωγή είναι εφικτή σε μια συνεχώς επεκτεινόμενη κλίμακα εντός του καπιταλιστικού συστήματος» και συμπλήρωνε αστειευόμενος: «Συχνά σκέφτομαι ότι τελικά δεν πειράζει και τόσο πολύ που ο δεύτερος τόμος δεν έχει διαβαστεί πολύ αφού, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εγκωμιαστικός ύμνος προς τον καπιταλισμό».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνταν και η κριτική του Ότο Μπάουερ ο οποίος θεωρούσε ότι τα νούμερα που χρησιμοποιεί ο Μαρξ στα σχήματα αναπαραγωγής ήταν αυθαίρετα οπότε χρησιμοποίησε δικά του «μη αυθαίρετα» νούμερα για να αποδείξει ότι η συσσώρευση του κεφαλαίου μπορεί να είναι απεριόριστη. Στα δικά του σχήματα εισάγει και την αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου. Το παράδειγμά του φτάνει μέχρι το τέταρτο έτος όπου όλα φαίνεται να πηγαίνουν καλά. Ο μαρξιστής οικονομολόγος Χένρικ Γκρόσμαν όμως επέκτεινε το σχήμα μέχρι τα 35 έτη και τα ευρήματα ήταν αποκαλυπτικά: ένας υπερτροφικός Τομέας Ι με αντίστοιχη καταβαράθρωση του Τομέα 2, δηλαδή καταβαράθρωση της κοινωνικής κατανάλωσης, ένας κόσμος δηλαδή γεμάτος μέσα παραγωγής και ελάχιστους εργάτες σαν τον κόσμο του Μπαρανόφσκι, που αναφέραμε παραπάνω. Και όχι μόνο αυτό, λόγω της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, τα σχήματα αναπαραγωγής του Μπάουερ οδηγούν μετά από λίγα χρόνια σε σταδιακή πτώση του ποσοστού κέρδους με αποτέλεσμα ο καπιταλισμός να καταρρέει κατά το 35ο έτος αφού δεν μπορεί πλέον να γίνει συσσώρευση. Στην προσπάθειά του να αντιταχθεί στη θεωρία της κατάρρευσης της Λούξεμπουργκ ο Μπάουερ έφτιαξε ένα σχήμα που αποδείκνυε ότι η κατάρρευση είναι εγγενής στον καπιταλισμό!
Δεν είναι τυχαίο που οι αυστρομαρξιστές που προαναφέραμε εξαπέλυσαν δριμεία κριτική στη Λούξεμπουργκ σχετικά με τη θεωρία της κατάρρευσης καθώς και το ότι πάσχιζαν να αποδείξουν, μέσω των σχημάτων αναπαραγωγής του Μαρξ, ότι ο καπιταλισμός μπορεί να αναπαράγεται στον αιώνα τον άπαντα. Ήταν όλοι τους ρεφορμιστές και φυσικά δεν μπορούσαν να ανεχθούν την προοπτική μιας κατάρρευσης της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Ονομάζονταν μάλιστα αρμονιστές διότι υποστήριζαν ότι ο καπιταλισμός μπορεί μακροπρόθεσμα να λειτουργεί αρμονικά χωρίς κρίσεις.
Τα όρια της θεωρίας της Λούξεμπουργκ για τη συσσώρευση και η παγίδα της «αντι-ιμπεριαλιστικής» συμμαχίας
Παρότι η πολιτική στάση της Ρόζας Λούξεμπουργκ υπήρξε υπόδειγμα διεθνιστικής συνέπειας, η οικονομική της θεωρία για τη συσσώρευση εγκυμονεί μια σοβαρή αντίφαση, η οποία οδηγεί λογικά σε πολιτικά συμπεράσματα διαμετρικά αντίθετα από τις προθέσεις της. Εντοπίζοντας την αιτία της κρίσης και της κατάρρευσης αποκλειστικά στη σφαίρα της κυκλοφορίας (στην αδυναμία «πραγματοποίησης» της υπεραξίας λόγω έλλειψης αγορών) και όχι στη σφαίρα της παραγωγής, η Λούξεμπουργκ αφήνει ανοιχτή μια κερκόπορτα για την υποστήριξη αντιδραστικών πολιτικών.
Το κεντρικό πρόβλημα έγκειται στην παραδοχή ότι ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει μόνο όσο επεκτείνεται σε «μη καπιταλιστικά περιβάλλοντα». Αυτή η θέση οδηγεί συνειρμικά στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι κάθε εμπόδιο στην καπιταλιστική επέκταση αποτελεί αυτομάτως πλήγμα στην καρδιά του συστήματος. Έτσι, η υπεράσπιση των προ-καπιταλιστικών σχηματισμών ή των καθυστερημένων εθνικών κρατών απέναντι στον ιμπεριαλισμό, αναγορεύεται λανθασμένα σε επαναστατική πράξη. Αντί να προσβλέπει στην υπέρβαση του καπιταλισμού από το προλεταριάτο, η λογική αυτή τείνει να εξιδανικεύει παρωχημένες κοινωνικές δομές και να αναζητά συμμαχίες με εθνικές αστικές τάξεις, στο όνομα της «αντίστασης» στην ιμπεριαλιστική διείσδυση.
Αυτή η προσέγγιση στρεβλώνει την έννοια της εναντίωσης στον ιμπεριαλισμό. Μετατοπίζει το πεδίο της σύγκρουσης από την ταξική πάλη στη γεωπολιτική αντιπαράθεση. Καταλήγει, έτσι, να υποτάσσει τα συμφέροντα του προλεταριάτου των εξαρτημένων χωρών στις επιδιώξεις της μερίδας της ντόπιας αστικής τους τάξης, η οποία βαφτίζεται «προοδευτική» ή «αντι-ιμπεριαλιστική» απλώς και μόνο επειδή ανταγωνίζεται μια ιμπεριαλιστική δύναμη. Ο ιμπεριαλισμός, ωστόσο, δεν είναι μια «εξωτερική» πολιτική επιλογή των ισχυρών που μπορεί να ανασχεθεί μέσω εθνικών μετώπων, αλλά ο σύγχρονος τρόπος λειτουργίας του παγκόσμιου καπιταλισμού, στον οποίο συμμετέχουν όλες οι αστικές τάξεις, μικρές και μεγάλες.
Εδώ έγκειται και η τραγική ειρωνεία της λουξεμπουργκικής κληρονομιάς. Η ίδια η Λούξεμπουργκ υπήρξε η πιο σκληρή πολέμιος του εθνικισμού, ερχόμενη σε ρήξη ακόμη και με τον Λένιν στο ζήτημα της «αυτοδιάθεσης των εθνών», το οποίο θεωρούσε μικροαστική ουτοπία. Αρνήθηκε πεισματικά την ανεξαρτησία της Πολωνίας, προτάσσοντας την ενότητα του ρωσικού και πολωνικού προλεταριάτου ενάντια στον Τσάρο. Ωστόσο, η οικονομική της θεωρία –ότι ο καπιταλισμός καταρρέει χωρίς τα «τρίτα πρόσωπα» των αποικιών– προσέφερε άθελά της τα θεωρητικά πατήματα σε μεταγενέστερα ρεύματα (τριτοκοσμικός μαρξισμός, θεωρίες εξάρτησης) για να δικαιολογήσουν τον εθνικισμό και τη διαταξική συνεργασία, μετατρέποντας τον κομμουνισμό σε ουρά των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων.
Αυτή η εξέλιξη, ωστόσο, δεν ήταν εντελώς αυθαίρετη, αλλά τροφοδοτήθηκε από μια λανθάνουσα ρομαντική πτυχή της σκέψης της ίδιας της Λούξεμπουργκ. Στην προσπάθειά της να καταδείξει την κτηνωδία της συσσώρευσης, τείνει να εξιδανικεύει τις «φυσικές οικονομίες» και τις προ-καπιταλιστικές κοινότητες (όπως στην περίπτωση της Αλγερίας), προβάλλοντας σε αυτές κομμουνιστικά χαρακτηριστικά και αγνοώντας τον συχνά αντιδραστικό, φεουδαρχικό ή πατριαρχικό τους χαρακτήρα. Αυτή η ηθική ταύτιση της «αντίστασης των πρωτόγονων κοινωνιών» με την «αντίσταση στο κεφάλαιο», σε συνδυασμό με τη θέση της ότι η «πραγματική» αυτοδιάθεση των εθνών αποτελεί αίτημα που θα εκπληρωθεί στον σοσιαλισμό (παρότι η σοσιαλιστική επανάσταση προηγείται στην θεωρία της), άφησε ανοιχτή την κερκόπορτα για να αντικατασταθεί η κεντρική μαρξιστική αντίθεση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας από το γεωπολιτικό σχήμα «κέντρο-περιφέρεια». Έτσι, η θεωρία μιας επαναστάτριας που πάλεψε λυσσαλέα ενάντια στον εθνικό διαχωρισμό, κατέληξε παραδόξως να παρέχει τα ιδεολογικά πολεμοφόδια για την υπεράσπιση εθνικών κρατών, στο όνομα μιας στρεβλής εναντίωσης στον ιμπεριαλισμό.
Σημειώσεις
[1] Ρ. Λούξεμπουργκ, Μια αντικριτική


